You Are Here: Home » Slider » ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑ

ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑ

ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑ

Από το βιβλίο του Πιοτρ Αλεξέγιεβιτς Κροπότκιν εκδ. Καστανιώτη

Προκειμένου να αναφερθούμε στο έργο του Πιοτρ Αλεξέγιεβιτς Κροπότιν επιλέξαμε το απόσταγμα του έργου και από εκεί επιμεληθήκαμε το άρθρο που αφιερώσαμε στο έντυπο του Υγείας Όραμα. Γοητευθήκαμε τόσο από την απόδοση του έργου που αναρτούμε όλο το υλικό που επεξεργαστήκαμε  για τον ενδιαφερόμενο αναγνώστη που επιθυμεί  να ενημερωθεί  περισσότερο. 

Την διόρθωση έκανε η Μαρία Ζήκου Φιλόλογος 

ΣτΕ

 

Τα περισσότερα είδη ζώων ζουν κοινωνικά, το καλύτερο όπλο στη μάχη τους για επιβίωση είναι η συνεργασία` η μάχη για επιβίωση εκλαμβάνεται ασφαλώς με την ευρεία δαρβινική της έννοια, όχι ως μάχη για την απόκτηση των ίδιων των μέσων επιβίωσης, αλλά ως μάχη ενάντια στις συνθήκες του φυσικού περιβάλλοντος που είναι δυσμενείς για το είδος. Τα είδη των ζώων που αλληλοβοηθούνται, όσο τους είναι δυνατό, είναι αναμφισβήτητα τα πιο πολυάριθμα, ευημερούν και έχουν περισσότερες πιθανότητες να εξελιχθούν ακόμα περισσότερο.

 

O κοινός κάβουρας, κατά την εποχή της αλλαγής του κελύφους του, παραστέκεται ως φρουρός στο καβούρι που δεν έχει ακόμη αλλάξει το περίβλημά του ή που δεν έχει πολύ σκληρό περίβλημα, για να εμποδίσει τους θαλάσσιους εχθρούς να τραυματίσουν τα άτομα εκείνα που δεν μπορούν να προστατεύσουν τον εαυτό τους.

 

Πόσο τεράστια είναι η διαφορά ανάμεσα στη δύναμη ενός ψαλιδάρη ή ενός γερακιού, και τόσο μικρών πουλιών όπως η σουσουράδα του αγρού. Κι όμως αυτά τα μικρά πουλιά, με την κοινή δράση και το θάρρος τους, αποδεικνύονται ανώτερα από τους ισχυρότερους και οπλισμένους ληστές!

Στην Ευρώπη οι σουσουράδες, όχι μόνο κυνηγούν τα αρπακτικά πουλιά που είναι επικίνδυνα, αλλά κυνηγούν και τον ψαραετό «περισσότερο για να διασκεδάσουν παρά για να τον βλάψουν». Ενώ στην Ινδία, σύμφωνα με τη μαρτυρία του δόκτορα Τζέρντον (Jerdon), οι κάργες κυνηγούν τον αετό – παρία «Milvus migrans» απλώς και μόνο για να διασκεδάσουν. Ο πρίγκιπας Βιντ (Wied) είδε το βραζιλιάνικο μεγάλο μαύρο αετό (Buteogallus ή rubitinga) περικυκλωμένο από αμέτρητα σμήνη πουκάν που τον περιγελούσαν. «Ο αετός συνήθως υπομένει αυτές τις προσβολές πολύ ήσυχα, αλλά πού και πού πιάνει κάποιον από αυτούς τους πλακατζήδες». Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις τα μικρά πουλιά, παρόλο που είναι πολύ κατώτερα σε δύναμη από τα αρπακτικά, αναδεικνύονται ισχυρότερα χάρη στη συντονισμένη δράση τους.

kropotkinΤο πρωταρχικό, το θεμελιώδες της ζωής πολλών ειδών μυρμηγκιών είναι το γεγονός και η υποχρέωση κάθε μυρμηγκιού να μοιράζεται την τροφή του, ακόμα και αν την έχει ήδη καταπιεί ή μισοχωνέψει, με οποιοδήποτε μέλος της κοινότητας που μπορεί να τη ζητήσει… αν ένα μυρμήγκι με γεμάτο προστόμαχο φερθεί τόσο εγωιστικά ώστε να αρνηθεί να δώσει  τροφή σε σύντροφο, θα αντιμετωπιστεί ως εχθρός ή και χειρότερα….και αν ένα μυρμήγκι δεν αρνηθεί να προσφέρει τροφή σε ένα άλλο που ανήκει σε αντίπαλο είδος, θα αντιμετωπιστεί από τα ομοειδή του τελευταίου ως φίλος. Οι φύλακες μέλισσες που φρουρούν την είσοδο της κυψέλης θανατώνουν χωρίς οίκτο τις μέλισσες – ληστές που προσπαθούν να εισβάλουν στην κυψέλη. Αλλά οι ξένες μέλισσες που φτάνουν κατά λάθος φεύγουν απείραχτες, ειδικά αν είναι φορτωμένες με γύρη ή όταν είναι νεαρές και μπορούν εύκολα να χάσουν το δρόμο τους. Δεν σημειώνονται περισσότερες μάχες από όσες είναι πραγματικά επιβεβλημένες.  Σίγουρα ούτε τα μυρμήγκια, ούτε οι μέλισσες, ούτε καν οι τερμίτες, δεν έχουν φτάσει στο σημείο να συλλάβουν και να πραγματώσουν μιαν ανώτερης μορφής συντροφικότητα, στην οποία να μετέχει όλο το είδος. Από αυτή την άποψη, προφανώς δεν έχουν κατακτήσει ένα βαθμό εξέλιξης τον οποίο δεν βρίσκουμε ούτε ανάμεσα στους πολιτικούς, τους επιστήμονες και τους θρησκευτικούς μας ηγέτες. Τα κοινωνικά τους ένστικτα σπάνια επεκτείνονται πέρα από τα όρια της κυψέλης ή της φωλιάς.

Παρ΄ όλα αυτά ο Φορέλ έχει εντοπίσει αποικίες με περισσότερες από διακόσιες φωλιές που ανήκουν σε δύο διαφορετικά είδη (Formica exsecta και Formika Pressilabris) στο όρος Ταντρ και στο όρος Σαλέβ` και υποστηρίζει ότι κάθε μέλος της αποικίας αναγνωρίζει όλα τα υπόλοιπα μέλη, και ότι όλα συμπράττουν στη συλλογική άμυνα. Συνεπώς βλέπουμε ότι τείνουν να δημιουργούνται μεγαλύτερα σύνολα από διαφορετικά είδη για λόγους αλληλοπροστασίας ακόμα και ανάμεσα στα ασπόνδυλα ζώα…

Ακόμα και οι αρουραίοι, που διαρκώς πολεμάνε στα κελάρια μας, είναι αρκετά ευφυείς ώστε να μη μάχονται όταν λεηλατούν τις προμήθειές μας, αλλά να αλληλοβοηθούνται σε αποστολές λεηλασίας και σε  αποδημίες, και επιπλέον να βοηθούν τα ανάπηρα μέλη της κοινωνίας τους…

 

kropotkin2Υπάρχουν έξοχα παραδείγματα που θα μπορούσαν να αναφερθούν για τις απολαύσεις που αντλούν τα ζώα από την κοινωνική τους ζωή. Είναι όμως πολύ δύσκολο να προσδιορίσουμε τι ακριβώς τα ενώνει –η κάλυψη των αναγκών που εγγυάται η αλληλοπροστασία ή απλώς η χαρά που προσφέρει στο άτομο η αίσθηση ότι περιβάλλεται  από ομογενή του. Όπως και να ΄χει, ακόμα και οι κοινοί λαγοί, που δεν συγκροτούν κοινωνίες και δεν είναι καν προικισμένοι με έντονα γονειικά συναισθήματα, δεν μπορούν να ζήσουν αν δεν διασκεδάσουν ομαδικά. Ο Ντίτριχ ντε Βίνκελ (Dietrich de Winkell) τους χαρακτηρίζει παθιασμένους με το παιχνίδι, σε βαθμό που να αναζητούν μέχρι και τη συντροφιά αλεπούδων στο παιχνίδι τους….

Πολλοί πίθηκοι επιδεικνύουν τη μέγιστη αλληλεγγύη στους τραυματίες` δεν εγκαταλείπουν ποτέ πληγωμένο σύντροφο πριν βεβαιωθούν ότι είναι νεκρός ή ότι δεν μπορούν να τον επαναφέρουν στη ζωή….

 

Ο Στάνσμπερυ (Stansbury) αφηγείται ότι στο ταξίδι του στη Γιούτα, που παρατίθεται από τον Δαρβίνο, είδε πελεκάνους να μεταφέρουν ψάρια από απόσταση πενήντα περίπου χιλιομέτρων για να φάει ένας τυφλός φίλος τους…

 

Ο Χ.Α. Βέντελ (H.A. Weddell) είδε, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του στη Βολιβία και το Περού, περισσότερες από μια φορά, κυνηγούς να καταδιώκουν μανιωδώς ένα κοπάδι βικούνιες` τα εύρωστα αρσενικά έμεναν πίσω για να καλύψουν την υποχώρηση του κοπαδιού. Η συμπόνια αναπόφευκτα απορρέει από την κοινωνική ζωή. Αλλά η συμπόνια σημαίνει επίσης μια σεβαστή ανάπτυξη της νοημοσύνης και τις λογικής. Είναι το πρώτο βήμα προς την ανάπτυξη ανώτερων ηθικών συναισθημάτων. Αποτελεί, με τη σειρά της, έναν ισχυρό συντελεστή της περαιτέρω εξέλιξης.

 

Η ζωή είναι αγώνας` και σε αυτόν τον αγώνα επιζούν οι ικανότεροι. Με ποια όπλα διεξάγεται  κυρίως ο αγώνας; Και ποιοι είναι οι ικανότεροι στον αγώνα; Οι απαντήσεις διαφέρουν πάρα πολύ ανάλογα με τη βαρύτητα που αποδίδεται στους δύο διαφορετικούς προσανατολισμούς: τον άμεσο για την τροφή και την ασφάλεια μεταξύ των ατόμων, και τον αγώνα που ο Δαρβίνος περιέγραψε ως «μεταφορικό» – τον αγώνα, πολύ συχνά συλλογικό, ενάντια στις αντίξοες συνθήκες.

Όταν αναζητούμε στο έργο του Δαρβίνου απτές αποδείξεις του ανταγωνισμού, οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι δεν τις βρίσκουμε αρκετά πειστικές. …Αναζητώντας στο έργο του λεπτομέρειες για να βεβαιώσουμε ως ποιο βαθμό η αριθμητική μείωση ενός είδους πραγματικά προκλήθηκε εξ  αιτίας της αριθμητικής αύξησης άλλων ειδών, ο Δαρβίνος με τη συνήθη αντικειμενικότητά του μας λέει:

Μπορούμε αμυδρά να διακρίνουμε γιατί ο ανταγωνισμός μπορεί να είναι εντονότερος μεταξύ των συγγενικών μορφών που καταλαμβάνουν την ίδια σχεδόν θέση στη φύση` αλλά πιθανότατα δε θα μπορούσαμε σε καμία περίπτωση να πούμε ακριβώς γιατί κάποιο είδος επικράτησε έναντι κάποιου άλλου στο μέγιστο αγώνα για την επιβίωση… 

Ένα είδος μπορεί να αφανίζεται όχι επειδή εξολοθρεύεται ή επειδή ένα άλλο είδος έχει εξαντλήσει τις πηγές της τροφής του, αλλά επειδή δεν μπορεί να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες το ίδιο καλά με το άλλο.

Αν οι φυσικές βιολογικές συνθήκες και το εύρος μιας δεδομένης περιοχής που καταλαμβάνεται από ένα συγκεκριμένο είδος ζώων και οι συνήθειες όλων των μελών του τελευταίου παραμείνουν αμετάβλητες, τότε η ξαφνική εμφάνιση μιας νέας ποικιλίας μπορεί να σημαίνει τη λιμοκτονία και την εξάλειψη όλων των ατόμων που δεν ήταν επαρκώς προικισμένα με το χαρακτηριστικό στοιχείο που διαφοροποιεί τη νέα ποικιλία. Αλλά τέτοια σύμπτωση συνθηκών είναι ακριβώς αυτό που δε βλέπουμε στη φύση. Κάθε ζώο διαρκώς τείνει να επεκτείνει το πεδίο του` η μετανάστευση σε νέους τόπους κατοικίας είναι κανόνας στη ζωή και του αργού σαλιγκαριού και του γρήγορου πουλιού` αλλαγές στο φυσικό περιβάλλον συντελούνται διαρκώς σε κάθε περιοχή και η διαμόρφωση νέων ποικιλιών ζώων συνίσταται –στις περισσότερες ίσως περιπτώσεις- όχι μόνο στην ανάπτυξη νέων όπλων για την αρπαγή της τροφής από το στόμα των συγγενών –η τροφή είναι μόνο ένας από τους εκατοντάδες διαφορετικούς όρους της επιβίωσης-, αλλά όπως ο ίδιος ο Γουάλας υποδεικνύει  σε μια χαριτωμένη παράγραφό του για τη διαφοροποίηση των χαρακτηριστικών, και στη διαμόρφωση νέων συνηθειών, τη μετακίνηση σε νέους τόπους κατοικίας και την υιοθέτηση νέων ειδών τροφής.

Ο Δαρβίνος αναγνώρισε πλήρως τη σημασία της μετανάστευσης και της επακόλουθης απομόνωσης ομάδων ζώων για την παραγωγή νέων ποικιλιών και περαιτέρω νέων ειδών που υπέδειξε ο Μόριτς Βάγκνερ (Moritz Wagner). Οι σκίουροι, για παράδειγμα, όταν στα δάση με αγριόπευκα παρατηρείται έλλειψη κουκουναριών, μετακινούνται σε δάση ελάτων, και αυτή η αλλαγή τροφής έχει πολύ γνωστές επιδράσεις στη φυσιολογία των σκίουρων…

Αν σε ένα τμήμα της ευρύτερης περιοχής όπου κατοικούν οι σκίουροι αρχίσουν να αλλάζουν τα φυσικά χαρακτηριστικά –ως συνέπεια, ας πούμε, ηπιότερου κλίματος ή ξηρασίας, που οδηγούν στην εξάπλωση των δασών των πεύκων εις βάρος των δασών από αγριόπευκα -, και συντρέξουν και άλλοι λόγοι όπου οι σκίουροι να μεταφέρουν τις κατοικίες τους στις παρυφές της αποξηρανόμενης περιοχής, τότε θα έχουμε μια νέα ποικιλία, δηλαδή ένα νέο είδος σκίουρου εν τη γενέσει, χωρίς να έχει σημειωθεί κάποιο συμβάν που να μπορούσε να χαρακτηριστεί ως εξολόθρευση…

Αυτό ακριβώς συμβαίνει κατά τη διάρκεια των μεγάλων περιβαλλοντικών αλλαγών που ολοκληρώνονται σε τεράστιες περιοχές της κεντρικής Ασίας, οι οποίες οφείλονται στην ξηρασία που επικρατεί εκεί από την περίοδο των παγετώνων και μετά.

Ευτυχώς ο ανταγωνισμός δεν είναι ο κανόνας που διέπει τη ζωή των ζώων, ούτε του ανθρώπινου είδους. Περιορίζεται στα ζώα και σε συγκεκριμένες περιόδους, οπότε η φυσική επιλογή βρίσκει καλύτερο έδαφος για να λειτουργήσει. Καλύτερες συνθήκες δημιουργούνται με την εξάλειψη του ανταγωνισμού μέσω της αλληλοβοήθειας και της αλληλο-υποστήριξης. Στον αγώνα για την επιβίωση –για την πληρέστερη δυνατή και εντονότερη επικράτηση της ζωής με την ελάχιστη δαπάνη ενέργειας- , η φυσική επιλογή είναι η λειτουργία αναζήτησης τρόπων για την κατά το δυνατόν αποφυγή του ανταγωνισμού. Τα μυρμήγκια συνεργάζονται κατά φωλιές και κατά έθνη, συσσωρεύουν τις προμήθειές τους και εκτρέφουν τα κοπάδια τους. –και έτσι αποφεύγουν τον ανταγωνισμό` και η φυσική επιλογή επιλέγει από τα κοπάδια των μυρμηγκιών το είδος εκείνο που γνωρίζει πώς να αποφύγει τον ανταγωνισμό και τις καταστρεπτικές του συνέπειες.

«Μην ανταγωνίζεστε! Ο ανταγωνισμός είναι βλαπτικός για τα είδη, και υπάρχουν πολλοί τρόποι να τον αποφύγετε!» Αυτή είναι η Τάση της φύσης, η οποία δεν εκπληρώνεται πάντα αλλά δεν παύει ποτέ να υπάρχει. Αυτή είναι το δίδαγμα που μας δίνει η κοιλάδα, το δάσος, το ποτάμι και ο ωκεανός.

«Γι΄ αυτό συνδυαστείτε, καταπιαστείτε με έργα αλληλοβοήθειας! Αυτό είναι το ασφαλέστερο μέσο προκειμένου ο καθένας ξεχωριστά και όλοι μαζί να απολαύσουν τη μεγαλύτερη δυνατή ασφάλεια, η καλύτερη εγγύηση για επιβίωση και ανάπτυξη, σωματική, διανοητική και ηθική». Αυτό μας διδάσκει η φύση` και αυτό κάνουν όλα τα ζώα που έχουν κατακτήσει τις υψηλότερες θέσεις στις ομοταξίες τους. Αυτό έκανε και ο άνθρωπος –ο πιο πρωτόγονος-, και γι’ αυτό έφτασε στη θέση που βρίσκεται τώρα».

Οι πραγματικοί αριθμοί ζώων σε μια δεδομένη περιοχή καθορίζονται όχι από τη μέγιστη δυνατότητα της περιοχής σε προσφορά τροφής, αλλά από το ότι βρίσκεται κάθε χρόνο υπό δυσμενέστερες συνθήκες. Ως εκ τούτου γι αυτόν και μόνο το λόγο, ο ανταγωνισμός δεν μπορεί να συνιστά τη φυσιολογική τάξη πραγμάτων.

Γνωρίζουμε ότι όλα τα ζώα, από τα μυρμήγκια ως τα πτηνά και τα ανώτερα θηλαστικά, αγαπούν τα παιχνίδια, την πάλη, τρέχουν το ένα πίσω από το άλλο, προσπαθούν να πιάσουν το ένα το άλλο κ.ο.κ. Κι ενώ πολλά παιχνίδια αποτελούν, κατά κάποιον τρόπο, το σχολείο όπου ο νέος μαθαίνει για τη ζωή των μεγάλων, υπάρχουν κι άλλα που εκτός από τους χρησιμοθηρικούς σκοπούς τους, αποτελούν, με το χορό και το τραγούδι, απλές επιδείξεις της περίσσιας των δυνάμεών τους –της «απόλαυσης της ζωής» και μιας διάθεσης για επικοινωνία με άλλα άτομα του ίδιου ή άλλων ειδών.

Ο Δαρβίνος αφιερώνει κάποιες σελίδες, στην καταγωγή του ανθρώπου, στη συνήθεια των πουλιών να συναντιούνται για να χορέψουν ή να οριοθετήσουν το χώρο μέσα στον οποίο συνήθως χορεύουν.

Κι ενώ κάθε Δαρβινιστής θα συμφωνήσει με το Δαρβίνο ότι η ευφυΐα είναι το ισχυρότερο όπλο στον αγώνα για επιβίωση και ο ισχυρότερος παράγοντας για την περαιτέρω εξέλιξη, θα παραδεχθεί επίσης ότι η εφυία είναι ιδιότητα κοινωνικής προέλευσης.

Η κοινωνικότητα θέτει ένα όριο στις διαμάχες και αφήνει χώρο να αναπτυχθούν τα υψηλότερα ηθικά αισθήματα…

Τα κοινωνικά είδη αλληλοπροστατεύονται, πετυχαίνουν μακροζωία, υψηλότερη δυνατή διανοητική ανάπτυξη και περαιτέρω αύξηση του κοινωνικού αισθήματος, που εξασφαλίζουν την επιβίωση του είδους, την εξάπλωση και την εξέλιξή του. Αντιθέτως, τα είδη που δε ζουν κοινωνικά είναι καταδικασμένα στον αφανισμό.

Ο άνθρωπος ήδη από την ανατολή της εποχής του λίθου ζει σε φυλές και φατρίες.

Ανέπτυξε ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών θεσμών στα πλαίσια της φυλής και της φατρίας, από το κατώτερο στάδιο της αγριότητας, και τα πρωιμότερα ήθη και έθιμα αποτέλεσαν τον πυρήνα όλων των θεσμών που αργότερα έγιναν τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της προόδου. Από τη φυλή των αγρίων προήλθε η βαρβαρική κοινότητα και ένας νέος, ευρύτερος κύκλος κοινωνικών εθίμων, συνηθειών και θεσμών, πολλοί από τους οποίους επιζούν ακόμη και σήμερα. Αναπτύχθηκε στη συνέχεια, με βάση την αρχή της κοινοκτημοσύνης και την από κοινού υπεράσπιση μιας δεδομένης επικράτειας.

Και όταν νέες ανάγκες παρουσιάστηκαν και απαίτησαν από τους ανθρώπους να κάνουν μια νέα αρχή, αυτό έγινε με την οργάνωση στην πόλη, τις κοινότητες των χωριών που αναδύθηκαν από τη συνεργασία ανθρώπων που ασκούσαν την ίδια τέχνη ή το ίδιο επάγγελμα (συντεχνίες), με σκοπό την αληλο-υποστήριξη και την άμυνα απέναντι σε κοινούς εχθρούς.

Παρόλο που η ανάπτυξη του θεσμού του κράτους στα πρότυπα του θεσμού της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας σήμανε ένα βίαιο χτύπημα για όλους τους μεσαιωνικούς θεσμούς που στηρίζονταν στην αλληλοβοήθεια, αυτή η νέα πολιτιστική φάση δεν μπορούσε να διαρκέσει. Το κράτος, στηριζόμενο σε χαλαρά σύνολα ανθρώπων, ανέλαβε το ίδιο να γίνει ο μοναδικός συνεκτικός κρίκος τους αλλά δεν πέτυχε το στόχο του. Η τάση για αλληλοβοήθεια τελικά κατέλυσε τους αυστηρούς κανόνες του` επανεμφανίστηκε και επιβλήθηκε εκ νέου μέσα από αναρίθμητες μορφές συνεργασίας που τείνουν να καλύψουν όλες τις εκφάνσεις του ανθρώπινου βίου και να αγκαλιάσουν όλα όσα χρειάζεται ο άνθρωπος για να ζήσει  και να αναπληρώσει τις απώλειες που προκαλούνται στην πορεία.

Πιθανόν  κάποιος να παρατηρήσει ότι η αλληλοβοήθεια, παρόλο που αποτελεί έναν από τους παράγοντες της εξέλιξης, διέπει μία μόνο διάσταση των ανθρώπινων σχέσεων` ότι, δίπλα σ΄ αυτό το τόσο ισχυρό αίσθημα, ίσως υπάρχει από πάντα και ένα άλλο, η αυτοεπιβεβαίωση του ατόμου. Καμιά αντίρρηση, μόνο που την αυτοεπιβεβαίωση του ατόμου θα πρέπει να τη δούμε όχι μόνο στην προσπάθειά του να κατοχυρώσει την οικονομική, πολιτική και κοινωνική ανωτερότητά του, τη δική του ή της κάστας του, αλλά, -κάτι που είναι σημαντικότερο αν και λιγότερο προφανές- για να μπορεί το άτομο να καταλύει τα δεσμά που τείνουν να του επιβάλουν η φυλή, η κοινότητα, η πόλη ή το κράτος, επιχειρώντας ακριβώς να το ακινητοποιήσουν. Με άλλα λόγια, η αυτοεπιβεβαίωση του ατόμου πρέπει και αυτή να νοηθεί ως στοιχείο προόδου….

Μέχρι και τις μέρες μας το σύνδρομο της αυτοεπιβεβαίωσης (υπό την περιοριστική εκδοχή του) έχει συγκεντρώσει την αποκλειστική προσοχή των επικών ποιητών, των χρονικογράφων, των ιστορικών και των κοινωνιολόγων. Η ιστορία, όπως έχει καταγραφεί ως τώρα, αποτελεί εξ ολοκλήρου καταγραφή των τρόπων και των μέσων με τα οποία προωθήθηκαν, κατοχυρώθηκαν και διατηρήθηκαν η θεοκρατία, ο μιλιταρισμός, η απολυταρχία και αργότερα η επικυριαρχία των πλουσιότερων τάξεων. Η ιστορία, όπως έχει καταγραφεί ως τώρα, αποτελεί εξ ολοκλήρου περιγραφή των τρόπων και των μέσων με τα οποία προωθήθηκαν οι παραπάνω θεσμοί .

Από την άλλη πλευρά, παραβλέπεται ο παράγοντας «αλληλοβοήθεια»` οι συγγραφείς αυτής και της προηγούμενης γενιάς απλώς τον αρνήθηκαν ή τον διακωμώδησαν…

Η αλληλοβοήθεια  και η εξέλιξή της έχουν δημιουργήσει τις ίδιες συνθήκες της κοινωνικής ζωής, εντός των οποίων ο άνθρωπος κατάφερε να αναπτύξει τις τέχνες, τη γνώση και την ευφυΐα του` και ότι οι περίοδοι κατά τις οποίες οι θεσμοί που βασίζονταν στην αλληλοβοήθεια γνώρισαν τη μεγαλύτερη άνθησή τους υπήρξαν και περίοδοι μεγάλης ανάπτυξης των τεχνών, της βιομηχανίας και της επιστήμης.

Πράγματι, η μελέτη της ζωής της ελεύθερης μεσαιωνικής πόλης και των αρχαίων ελληνικών πόλεων αποκαλύπτει ότι ο συνδυασμός της αλληλοβοήθειας, όπως εκδηλώνεται στο πλαίσιο της συντεχνίας και της ελληνικής φατρίας, με τα μεγάλα περιθώρια ανάπτυξης της ατομικής πρωτοβουλίας, αλλά και της ομαδικής βέβαια, διαπνεόμενη από τις αρχές της ομοσπονδίας, οδήγησε την ανθρωπότητα στις δύο λαμπρότερες περιόδους της ιστορίας της – την αρχαία ελληνική πόλη-κράτος και την ελεύθερη μεσαιωνική πόλη. Αντιθέτως, η διάλυση των θεσμών αυτών κατά τις περιόδους ανάδειξης των συγκεντρωτικών κρατικών εξουσιών, που αποτέλεσαν τη διάδοχο κατάσταση, επέφερε ταχεία παρακμή.

Αν αναλογιστούμε την εκπληκτική ταχύτητα της βιομηχανικής προόδου από τον 12ο έως τον 15ο αιώνα στην υφαντουργία, τη μεταλλουργία, την αρχιτεκτονική, τη ναυπηγική, και κοιτάξουμε λίγο τις επιστημονικές ανακαλύψεις στις οποίες οδήγησε αυτή η πρόοδος στα τέλη του 15ου αιώνα, οφείλουμε να αναρωτηθούμε μήπως η ανθρωπότητα καθυστέρησε να εκμεταλλευτεί πλήρως αυτές της κατακτήσεις εξαιτίας της γενικής οπισθοδρόμησης των τεχνών και της μηχανικής, που σημειώθηκε στην Ευρώπη μετά την παρακμή του μεσαιωνικού πολιτισμού. Είναι βέβαιο ότι η εξαφάνιση του καλλιτέχνη και του τεχνίτη και η καταστροφή των μεγάλων πόλεων και των μεταξύ τους σχέσεων, δεν θα μπορούσαν να ευνοήσουν τη βιομηχανική επανάσταση. …

Το να αποδίδουμε τη βιομηχανική πρόοδο του αιώνα στον πόλεμο του ενός εναντίον όλων  που έχει κηρυχθεί, σημαίνει ότι εξακολουθούμε να σκεφτόμαστε όπως ο άνθρωπος που, επειδή δεν γνωρίζει τα αίτια της βροχής, την αποδίδει στο σφάγιο που θυσιάζει μπροστά στο πήλινο είδωλό του. Η αλληλοβοήθεια και η στενή συνεργασία έχουν αποδειχθεί πολύ πιο επωφελείς για τη βιομηχανική πρόοδο και για κάθε άλλη κατάκτηση του ανθρώπου από τον καθολικό πόλεμο. Η τεράστια σημασία της αρχής της αλληλοβοήθειας αναδεικνύεται πλήρως στο πεδίο της ηθικής. Είναι προφανές ότι η αλληλοβοήθεια αποτελεί το θεμέλιο των ηθικών μας αντιλήψεων. Όποιες όμως και αν είναι οι απόψεις μας για την προέλευση του αισθήματος ή του ενστίκτου της αλληλοβοήθειας –είτε η καταγωγή του θεωρείται βιολογική είτε υπερφυσική-, μπορούμε να εντοπίσουμε την ύπαρξή του ήδη στα κατώτερα επίπεδα του ζωικού βασιλείου` και από αυτό το επίπεδο μπορούμε να παρακολουθήσουμε την αδιάκοπη εξέλιξή του σε πείσμα πολλών αρνητικών παραγόντων, σε όλες τις φάσεις της ανθρώπινης προόδου μέχρι τις μέρες μας.

Ακόμα και οι νέες θρησκείες που γεννιούνταν από καιρό σε καιρό δεν έκαναν τίποτε άλλο παρά να επιβεβαιώνουν την ίδια σταθερή αρχή. Τους πρώτους υποστηρικτές τους βρήκαν στα ταπεινά, σκληρά δοκιμαζόμενα και καταπιεζόμενα κοινωνικά στρώματα, όπου η αρχή της αλληλοβοήθειας είναι αναγκαίος όρος επιβίωσης` και οι νέες μορφές ενότητας που εμφανίστηκαν στις πρώιμες χριστιανικές και βουδιστικές κοινότητες, στις μοραβικές αδελφότητες κ.α. πήραν το χαρακτήρα της επιστροφής στις γνησιότερες εκδηλώσεις της αλληλοβοήθειας των πρώτων φυλετικών σταδίων της ιστορίας του ανθρώπου.

Ο πρώιμος βουδισμός, ο πρώιμος χριστιανισμός, οι γραφές κάποιων μουσουλμάνων δασκάλων, το κίνημα της Μεταρρύθμισης στα πρώτα του βήματα και κυρίως τα ηθικά φιλοσοφικά ρεύματα του περασμένου αιώνα και της εποχής μας επιτάσσουν όλο και πιο έντονα την απάρνηση της ιδέας της εκδίκησης και της «αρμόζουσας ανταπόδοσης» του καλού με το καλό και του κακού με το κακό. Οι ύψιστες ιδέες του ότι «δεν παίρνουμε κατ΄ ανάγκη το αίμα μας πίσω», καθώς και της αυθόρμητης προσφοράς περισσότερων απ΄ όσα περιμένουμε να μας προσφέρουν, θεωρούνται οι αυθεντικές αρχές της ηθικής` μιας αρχής ανώτερης από τη δικαιοσύνη, την ισότητα ή τη δικαιοπραξία, και προσανατολισμένη στην ευτυχία.

Ο άνθρωπος καλείται να μην έχει ως μοναδικό αίμα των πράξεών του την αγάπη, η οποία είναι πάντα προσωπική  και στην καλύτερη των περιπτώσεων ενδοφυλετική, αλλά τη συνείδηση της ενότητάς του με κάθε ανθρώπινο όν. Βοηθώντας ο ένας των άλλο –πράγμα που κάνουμε από τις απαρχές της εξέλιξής μας -, ανακαλύπτουμε την προέλευση των ηθικών μας πεποιθήσεων` και μπορούμε να επιβεβαιώσουμε ότι η αλληλοβοήθεια –και όχι ο αλληλοσπαραγμός – διαδραμάτισε των πρωταγωνιστικό ρόλο στην ηθική ανέλιξη του ατόμου. Αυτή η διαρκής εξάπλωσή της, που συνεχίζεται στην εποχή μας, είναι και η καλύτερη εγγύηση ότι το ανθρώπινο είδος θα φτάσει σε ακόμα υψηλότερο επίπεδο εξέλιξης.

 

Αλληλοβοήθεια στις κοινωνίες των αγρίων 

zuluΕίναι φανερό ότι θα ήταν αντίθετο στους νόμους της φύσης  αν οι άνθρωποι αποτελούσαν εξαίρεση στο γενικό αυτό κανόνα, αν ένα πλάσμα τόσο ανυπεράσπιστο όσο ο άνθρωπος έβρισκε προστασία και το δρόμο της προόδου όχι στην αλληλο-υποστήριξη, όπως και τα άλλα ζώα, αλλά στον ανελέητο ανταγωνισμό για προσωπικό όφελος, όπου δεν λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα του είδους.

Οι άνθρωποι ήταν κοινωνικοί ακόμα και στη «φυσική κατάσταση», αλλά η θέληση για γνώση και όχι η εγγενής ανθρώπινη κακία οδήγησε την ανθρωπότητα στις φρικαλεότητες που διέπραξε στις απαρχές της ιστορίας της. Η αντίληψη του Χομπς ήταν  ότι η αποκαλούμενη «φυσική κατάσταση»  δεν ήταν άλλη από μια μόνιμη μάχη ανάμεσα σε άτομα που κατά λάθος συνέπεσαν στον ίδιο χώρο εξ αιτίας της κτηνώδους ιδιοτροπίας της ύπαρξής τους.

Η οργάνωση του πρωτόγονου ανθρώπου στο χαμηλότερο στάδιο εξέλιξης που γνωρίζουμε, διατηρήθηκε σε κοινωνίες που δεν γνώριζαν άλλη εξουσία από αυτή της κοινής γνώμης. Αυτό μας βοηθάει να αντιληφθούμε το πόσο βαθειά ριζωμένα στην ανθρώπινη φύση πρέπει να είναι τα κοινωνικά ένστικτα, ακόμα και στα πιο χαμηλά στάδια ανάπτυξής της. Ένας άγριος που είναι σε θέση να ζει οργανωμένος κατ΄ αυτόν τον τρόπο και να συμμορφώνεται αυτόβουλα σε κανόνες ενάντιους στις προσωπικές του επιθυμίες, σίγουρα δεν είναι ένα κτήνος στερημένο ηθικών αρχών και ανίκανο να κυβερνήσει τα πάθη του.

Και το γεγονός αυτό γίνεται ακόμα πιο σημαντικό αν σκεφτούμε πόσο παλιά είναι η οργάνωση της φατρίας. Είναι γνωστό ότι οι πρωτόγονοι Σημίτες, οι Έλληνες της εποχής του Ομήρου, οι προϊστορικοί Ρωμαίοι, οι Γερμανοί της εποχής του Τάκιτου, οι αρχαίοι Κέλτες και οι πρώτοι Σλάβοι υπήρξαν για κάποιο διάστημα οργανωμένοι σε φατρίες σχεδόν ανάλογες με αυτές των Αυστραλιανών, των Ινδιάνων, των Εσκιμώων και των άλλων κατοίκων της «άγριας ζώνης»…

Αν δώσουμε κάτι σε έναν Οτεντότο, εκείνος θα σπεύσει να το μοιραστεί με όλους όσους είναι εκείνη τη στιγμή παρόντες. Ο Οτεντότος δεν μπορεί να φάει μόνος του, όσο και αν πεινάει, και θα προσκαλέσει τους περαστικούς να μοιραστεί το γεύμα του…

Οι Παπούα, τα δυστυχή αυτά πλάσματα που ούτε φωτιά δεν ξέρουν να ανάψουν, και γι αυτό τη διατηρούν στις καλύβες τους με μεγάλη προσοχή, ζουν υπό ένα καθεστώς πρωτόγονου κομμουνισμού χωρίς αρχηγούς, και μέσα στα χωριά τους δεν ανακύπτουν ποτέ σοβαρές διαφωνίες. Δουλεύουν όλοι μαζί ίσα-ίσα για την καθημερινή τους τροφή και ανατρέφουν τα παιδιά τους από κοινού. Τα βράδια ντύνονται όσο ποιο κομψά μπορούν και χορεύουν. Όπως όλοι οι άγριοι αγαπούν πολύ τον χορό.

Η ζωή των Εσκιμώων βασίζεται στον κομμουνισμό. Τα προϊόντα του κυνηγιού και του ψαρέματος ανήκουν στη φατρία. Όμως η ατομική ιδιοκτησία παρεισφρέει στους θεσμούς αρκετών φυλών, και ιδιαίτερα όσων κατοικούν στα δυτικά, υπό την επιρροή των Δανών. Ωστόσο διατηρούν ακόμα κάποια παραδοσιακά μέτρα που αποσοβούν τις δυσλειτουργίες που προκύπτουν από τον ατομικό πλουτισμό, ο οποίος σύντομα θα μπορούσε να αποτελέσει απειλή για την ενότητα της φυλής. Όταν κάποιος γίνει πλούσιος, συγκαλεί όλα τα μέλη της φατρίας σε μια μεγάλη γιορτή, και έπειτα από ένα πλούσιο γεύμα τους διανέμει όλη την περιουσία του. Ο Νταλ (Dall) είδε μια οικογένεια  Αλεούτων στον ποταμό Γιούκον να μοιράζει έτσι δέκα πυροβόλα όπλα, διακόσια περιδέραια, αμέτρητες κουβέρτες, δέκα γούνες λύκων, διακόσιους κάστορες και πεντακόσιες ζεμπελίνες. Έπειτα έβγαλαν τις γιορτινές τους φορεσιές, έβαλαν παλιές, κουρελιασμένες γούνες και απευθύνθηκαν στους συγγενείς τους λέγοντας ότι, ενώ τώρα είναι φτωχότεροι απ΄ όλους, έχουν κερδίσει τη φιλία όλων.

Φαίνεται ότι και οι Εσκιμώοι –που συγγενεύουν με τους Αλεούτους- συνηθίζουν κάθε χρόνο να διανέμουν το πλούτο που έχουν αποκτήσει κατά τη διάρκειά του.

Ο Ρώσος ιεραπόστολος Βενιαμίνοφ (Veniaminoff)  το 1840 έζησε δέκα χρόνια με τους Αλεούτους,και μας λέει ότι ο Αλεούτος δύσκολα δίνει υποσχέσεις, αλλά από τη στιγμή που τις δίνει, θα τις τηρήσει ό, τι και αν συμβεί. Ο κώδικας της ηθικής του είναι πολύμορφος και αυστηρός. Ο φόβος του αναπόφευκτου θανάτου είναι ντροπή, ντροπή θεωρείται επίσης να καταδικαστείς για κλοπή, να φοβάσαι να βγεις στη θάλασσα με θύελλα, να είσαι άπληστος κατά τη διανομή των λαφύρων, οπότε οι υπόλοιποι θα σου δώσουν το μερίδιό τους για να σε ντροπιάσουν, αν έχεις πάει για κυνήγι με άλλον να μην του παραχωρήσεις το καλύτερο θήραμα, να περηφανεύεσαι για κατορθώματα που έχεις ή δεν έχεις κάνει, να διαπραγματεύεσαι ο ίδιος την τιμή ενός πράγματος – οι πωλήσεις πρέπει πάντα να γίνονται μέσω τρίτου προσώπου που καθορίζει την τιμή…   Ακόμα και τα παιδιά τους δε μαλώνουν και δεν ανταλλάσσουν ύβρεις ποτέ. Το μόνο που λένε είναι «η μητέρα σου δεν ξέρει να ράβει», – γιατί είναι ντροπή η γυναίκα να μην ξέρει να ράβει ή να μην χορεύει- ή «ο πατέρας σου είναι τυφλός από το ένα μάτι»

Την εποχή που τα έγραφε αυτά ο Βενιαμίνοφ είχε σημειωθεί μόνο ένας φόνος κατά τη διάρκεια εκατό χρόνων σε πληθυσμό 60.000 ανθρώπων.

Ο άκρατος ατομισμός είναι σύγχρονο νεόπλασμα και όχι χαρακτηριστικό του πρωτόγονου  ανθρώπου.

Αν οι Ευρωπαίοι επιχειρούσαν να εξηγήσουν σ΄ έναν άγριο ότι άνθρωποι εξαιρετικά φιλικοί, στοργικοί με τα παιδιά τους και τόσο ευσυγκίνητοι, που κλαίνε όταν βλέπουν την αναπαράσταση μιας συμφοράς στη σκηνή του θεάτρου, ζουν σε απόσταση αναπνοής σε συνοικίες όπου τα παιδιά πεθαίνουν από υποσιτισμό, ο άγριος δεν θα τους καταλάβαινε.

Ένας άγριος που έχει γαλουχηθεί με την ιδέα της φυλετικής συντροφικότητας σε όλα, τη συμφορά και την ευτυχία, είναι ανίκανος να καταλάβει τον «ηθικό» Ευρωπαίο, ο οποίος δεν μπορεί να συλλάβει αυτή τη συντροφικότητα. Αλλά αν ο επιστήμονάς μας  είχε ζήσει  σε μια σχεδόν λιμοκτονούσα φυλή αγρίων, που δεν είχε τροφή αρκετή ούτε για έναν άντρα ακόμα και για μερικές μέρες, πιθανότατα θα κατανοούσε τα κίνητρά τους. Έτσι και ο άγριος, αν είχε ζήσει  μαζί μας και είχε λάβει τη μόρφωση που λάβαμε εμείς, ίσως και να καταλάβαινε την ευρωπαϊκή αδιαφορία μας για τους γείτονές μας…..Οι Ρώσοι χωρικοί λένε ότι οι πέτρινοι τοίχοι δημιουργούν πέτρινες καρδιές. Όμως ο άγριος δεν έχει ζήσει σε πέτρινο σπίτι.

Ο πρωτόγονος άνθρωπος είχε μια αρετή που πλάστηκε και διατηρήθηκε από τις ίδιες τις ανάγκες του σκληρού αγώνα για επιβίωση – ταυτίζει την ύπαρξή του με την ύπαρξη της φυλής του`  και χωρίς αυτή την αρετή,  η ανθρωπότητα δεν θα είχε φτάσει ποτέ στο στάδιο που έχει φτάσει τώρα….

Παράδοξο ή όχι, ο άγριος υπακούει στις επιταγές του κοινού δικαίου, έστω και αν τον φέρνουν σε δύσκολη θέση. Τις υπακούει πιο πιστά απ΄ ότι υπακούει ο πολιτισμένος τις επιταγές του γραπτού δικαίου. Το κοινό δίκαιο είναι η θρησκεία του και ο τρόπος ζωής του. Η ιδέα της φατρίας οριοθετεί τη σκέψη του, και ο άγριος, για το καλό αυτής της φατρίας, αυτοπεριορίζεται και αυτοθυσιάζεται καθημερινά….

Η αλληλοβοήθεια στις κοινωνίες των βαρβάρων

Ο άνθρωπος δεν αποτελεί εξαίρεση στη φύση. Και εκείνος υπάγεται στη γενική αρχή της Αλληλοβοήθειας, η οποία προσφέρει τις περισσότερες δυνατότητες επιβίωσης σ΄ αυτούς που αλληλο-υποστηρίζονται όταν αγωνίζονται να επιβιώσουν. …

Βλέπουμε φυλές να πολεμούν ενάντια σε άλλες φυλές, άτομα να πολεμούν ενάντια σε άλλα άτομα` και μέσα από το χάος του ανταγωνισμού, η ανθρωπότητα αναδύεται χωρισμένη σε κάστες, σκλαβωμένη σε δεσποτικούς άρχοντες και διαιρεμένη σε κράτη πάντα έτοιμα να κηρύξουν τον πόλεμο το ένα στο άλλο. Και ο πεσσιμιστής φιλόσοφος, έχοντας στα χέρια του ως αποδεικτικό στοιχείο την ιστορία της ανθρωπότητας, συμπεραίνει θριαμβευτικά ότι ο πόλεμος και η καταπίεση αποτελούν χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης` ότι τα πολεμοχαρή και αρπακτικά ανθρώπινα ένστικτα μπορούν να χαλιναγωγηθούν μόνο μέσα στα συγκεκριμένα όρια μιας ισχυρής εξουσίας, η οποία επιβάλλει την ειρήνη και δίνει την ευκαιρία στους λίγους και ευγενείς να ετοιμάσουν ένα καλύτερο μέλλον για την ανθρωπότητα.

Αν αγνοήσουμε τις προκαταλήψεις των ιστορικών και τη ρητή προτίμησή τους για τα δραματικά γεγονότα της ιστορίας, βλέπουμε ότι τα ίδια τα αποδεικτικά στοιχεία που χρησιμοποιούν, και μάλιστα εξαντλητικά, μεγαλοποιούν το ρόλο των μαχών για την ανθρώπινη ζωή και υποτιμούν τις ειρηνικές εκδηλώσεις της. Οι λαμπρές και ηλιόλουστες μέρες χάνονται μπροστά στις θύελλες και τις καταιγίδες…..Κληροδοτούν στις επόμενες γενιές λεπτομερείς περιγραφές κάθε πολέμου, κάθε μάχης και κάθε σύρραξης, κάθε βίαιης εκδήλωσης και ανταγωνισμού και κάθε ατομικής οδύνης.  Αλλά δεν περιέχουν ίχνος των αμέτρητων εκδηλώσεων αλληλοβοήθειας και υποστήριξης, τις οποίες όλοι γνωρίζουμε γιατί τις ζούμε. Σχεδόν δεν λαμβάνουν υπόψη την ουσία της καθημερινής ζωής – τα κοινωνικά ένστικτα και τους κοινωνικούς τρόπους. Επομένως δεν είναι άξιο απορίας το γεγονός ότι τα αρχεία του παρελθόντος είναι τόσο ατελή….Τα επικά ποιήματα, οι επιγραφές στα μνημεία, οι συνθήκες ειρήνης, σχεδόν όλες οι ιστορικές καταγραφές έχουν τον ίδιο χαρακτήρα. Ασχολούνται με τις εποχές που διαταράσσεται και όχι με αυτές κατά τις οποίες επικρατεί η ειρήνη. Με τον τρόπο αυτό ακόμα και ο ιστορικός με τις καλύτερες προθέσεις μας δίνει μια αλλοιωμένη εικόνα της εποχής που προσπαθεί να απεικονίσει` και για να αποκαταστήσουμε την αναλογία ειρήνης και πολέμου στην πραγματική της διάσταση, οφείλουμε να επιχειρήσουμε μια λεπτομερή ανάλυση των χιλιάδων ελασσόνων γεγονότων και των αμυδρών ενδείξεων που διασώθηκαν σκόρπια στα λείψανα του παρελθόντος, να τα αναλύσουμε με τη βοήθεια της συγκριτικής εθνολογίας, και έχοντας ακούσει τόσο πολλά για τους λόγους που διαιρούσαν την ανθρωπότητα, να προσπαθήσουμε να ανασυγκροτήσουμε υπομονετικά τους θεσμούς που ένωναν τους ανθρώπους .

Οι επιστήμονες δεν έχουν ακόμα διαγνώσει με ακρίβεια τους λόγους που οδήγησαν, πριν από 2.000 χρόνια, ολόκληρα έθνη να μετακινηθούν από την Ασία στην Ευρώπη και είχαν ως αποτέλεσμα τις μεγάλες μεταναστεύσεις των βαρβάρων που έδωσαν ένα τέλος στη Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Παρ΄ όλα αυτά, εντελώς φυσιολογικά, για τα μάτια τουλάχιστον του γεωγράφου, μια είναι η αιτία που δεσπόζει, εξετάζοντας τα ερείπια των πολυπληθών πόλεων στις ερήμους της κεντρικής Ασίας, τις παλιές όχθες των ποταμών που τώρα πια έχουν στερέψει, και τις μεγάλες εκτάσεις των λιμνών που περιορίστηκαν σε νερόλακκους: η ξηρασία, μια πολύ πρόσφατη σταδιακή αποξήρανση του εδάφους η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα με ρυθμούς που παλιότερα δεν ήμασταν πρόθυμοι να αποδεχτούμε. Απέναντί της ο άνθρωπος ήταν ανίσχυρος.  Όταν οι κάτοικοι της βορειοδυτικής Μογγολίας και του ανατολικού Τουρκεστάν διαπίστωσαν την υποχώρηση των υδάτων, δεν είχαν άλλη διέξοδο από το να μετακινηθούν στις βαθιές κοιλάδες που οδηγούσαν προς τις πεδιάδες και να ωθήσουν προς τα δυτικά τους κατοίκους τους.  Έτσι το ένα φύλο μετά το άλλο έφτασαν στην Ευρώπη αναγκάζοντας άλλα φύλλα να μετακινούνται και να ξανα μετακινούνται επί  αιώνες δυτικά και ανατολικά, αναζητώντας νέους και λίγο πολύ μόνιμους τόπους εγκατάστασης.

Πολλές φυλές δεν μπόρεσαν ν΄ αντισταθούν στη διάλυση` διασπάστηκαν και τα ίχνη τους εξαφανίστηκαν από την ιστορία. Αλλά οι πιο ζωντανές αναδύθηκαν από τη δοκιμασία αυτή με μια νέα οργάνωση, τις κοινότητες, η οποία τις κράτησε ενωμένες για περισσότερο από δεκαπέντε αιώνες. Η διαμόρφωση της ιδέας μιας κοινής περιοχής, την οποία οι κάτοικοί της κατέχουν και προστατεύουν με κοινές προσπάθειες, αντικατέστησε τις υπό εξαφάνιση αντιλήψεις της κοινής καταγωγής.

Η «γη» ταυτίστηκε με τους κατοίκους της….Αναπτύχθηκαν ενώσεις που βασίζονταν στον κοινό τόπο εγκατάστασης, οι οποίες αντικατέστησαν αυτές που βασίζονταν στους δεσμούς αίματος. Η νέα αυτή οργάνωση αποδείχθηκε αποτελεσματικότερη υπό τις νέες συνθήκες. Αναγνώριζε, και μάλιστα έδινε έμφαση  στην ανεξαρτησία της οικογένειας, αφού η κοινότητα αποποιούνταν όλα τα δικαιώματα  επέμβασης σε ό,  τι συνέβαινε στο πλαίσιό της` έδινε μεγαλύτερη ελευθερία στην ατομική πρωτοβουλία` δεν ήταν αντίθετη στην αρχή της ένωσης ανθρώπων διαφορετικής καταγωγής και διατηρούσε την απαραίτητη σύμπνοια σκέψης και πράξης, ενώ ταυτόχρονα ήταν αρκετά δυνατή ώστε να αντιστέκεται στις κυριαρχικές τάσεις των μάγων, των ιερέων και των επαγγελματιών ή των διακεκριμένων πολεμιστών. Κατά συνέπεια η κοινότητα έγινε το πρωτογενές κύτταρο της μελλοντικής οργάνωσης.

Ο βάρβαρος στην πραγματικότητα ζούσε μέσα σε ένα θεσμικό πλαίσιο που το ενδυνάμωναν οι αντιλήψεις του σχετικά με το τι είναι ωφέλιμο ή βλαβερό για τη φυλή ή τη συνομοσπονδία του, και με ευλάβεια κληροδοτούσε στην επόμενη γενιά συστάσεις και οδηγίες μέσα από στίχους και τραγούδια, παροιμίες, και αποφθέγματα. Όσο περισσότερο τα μελετάμε, τόσο πιο ξεκάθαρα διαπιστώνουμε πόσο στενοί ήταν οι δεσμοί  που ένωναν τα μέλη των κοινοτήτων.

Ένας άνθρωπος δυσαρεστημένος από τους συντοπίτες του μπορούσε να διακηρύξει ότι θα εγκατέλειπε τη φυλή και θα προσχωρούσε σε άλλη –απειλή ιδιαίτερα επίφοβη, αφού ήταν βέβαιο ότι θα επέφερε κάθε είδους δυστυχία στη φυλή που θα αδικούσε κάποιο από τα μέλη της.(το έθιμο εφαρμόζεται ακόμα από αφρικανικές και άλλες φυλές). Επανάσταση ενάντια στην εφαρμογή του εθιμικού δικαίου ήταν απλώς «ασύλληπτη», διότι «νόμος, ηθική και πραγματικότητα» εκείνη την εποχή δεν μπορούσαν να διαχωριστούν.  Η ηθική εξουσία της κοινότητας ήταν τόσο μεγάλη, ώστε, ακόμα κι όταν, πολύ αργότερα, οι κοινότητες περιήλθαν στο φεουδαλικό έλεγχο, διατήρησαν τη δικαστική τους δικαιοδοσία` επέτρεπαν στο φεουδάρχη ή στον αντιπρόσωπό του μόνο να διατυπώσει την παραπάνω υποθετική ποινή σύμφωνα με το εθιμικό δίκαιο, το οποίο είχε ορκιστεί να υπακούει, και να επιβάλει ο ίδιος το  fred, το πρόστιμο που προοριζόταν για την κοινότητα. Ο ίδιος ο άρχοντας για πολύ καιρό, αν παρέμενε συνιδιοκτήτης του κοινοτικού χερσότοπου, υποχωρούσε στις αποφάσεις της κοινότητας για τις υποθέσεις της. Ευγενής ή κληρικός, έπρεπε να υποκλέψει στις αποφάσεις του εντόπιου πληθυσμού – «Όποιος εδώ απολαμβάνει νερό και βοσκοτόπι πρέπει να υπακούει», όπως έλεγε το αρχαίο ρητό. Ακόμα και όταν οι χωρικοί ξέπεσαν σε δουλοπάροικους, ο άρχοντας έπρεπε να παρουσιαστεί όποτε τον καλούσαν.

Δεν μπορούμε παρά να θαυμάσουμε τις βαθιές ηθικές αρχές που σφυρηλατήθηκαν στις πρώιμες  κοινότητες, οι οποίες εκφράζονται σε παλιές ουαλικές «τριάδες»…

Στην εισαγωγή του Τhe Story of Burn Njal, ο Τζωρτζ Ντάσεντ συνοψίζει εύστοχα τις αρετές του Βορείου όπως φαίνονται στη σάγκα: Να πληρώσει αυτό που οφείλει χωρίς να φοβάται ούτε εχθρούς, ούτε φίλους ούτε τη μοίρα (…) να είναι σε όλες του τις πράξεις ελεύθερος και τολμηρός` να είναι αβρός και γενναιόδωρος με όλους του τους φίλους και συγγενείς` να είναι αυστηρός και αδυσώπητος με τους εχθρούς αλλά να εκπληρώνει τα καθήκοντά του ακόμη και απέναντι σ΄ αυτούς. (…) Να μην αθετεί συνθήκες, να μην είναι σπερμολόγος, να μην κακολογεί τους ανθρώπους πίσω από την πλάτη τους. Να μην λέει για κάποιον πράγματα που δεν θα μπορούσε να του πει κατά πρόσωπο. Να μην κλείνει την πόρτα του σ΄ αυτόν που του ζητάει τροφή ή άσυλο, ακόμα και αν είναι εχθρός…. 

Οι ίδιες και ακόμη ανώτερες αρχές διαπνέουν την ουαλική επική ποίηση και τις «τριάδες». Τα υψηλότερα καθήκοντα του ανθρώπου είναι η συμπεριφορά. «με ηπιότητα και σύμφωνα με τις αρχές της ισότητας», χωρίς να γίνεται διάκριση ανάμεσα σε εχθρούς και φίλους, καθώς και  «επανόρθωση της αδικίας». «Το κακό είναι θάνατος, το καλό είναι ζωή», υπογραμμίζει ο ποιητής – νομοθέτης. «Ο κόσμος θα ήταν απάτη αν δεν τιμούσαμε τις προφορικές συμφωνίες», λέει ο νόμος του Μπρέχον. Και ο ταπεινός σαμάνος της Μορντόβια, αφού εγκωμιάσει τις ίδιες αρετές, θα προσθέσει ότι «οι γείτονες έχουν από κοινού την αγελάδα και την καρδάρα», ότι «πρέπει να αρμέγεις την αγελάδα για σένα και για οποιονδήποτε μπορεί να σου ζητήσει γάλα», ότι «το σώμα του παιδιού κοκκινίζει από τα χτυπήματα, αλλά το πρόσωπο  εκείνου που θα το χτυπήσει, κοκκινίζει από την ντροπή» κ.α. Θα μπορούσαμε να γράψουμε ατέλειωτες σελίδες  για τις αρχές που ενέπνεαν τους βαρβάρους.

Όταν η οργάνωση που ήταν βασισμένη στις φατρίες δέχθηκε επίθεση εκ των έσω, από την διακριτή οικογένεια, καθώς και από εξωτερικούς παράγοντες, όπως ο διαμελισμός των φατριών που εξωθούνταν να μεταναστεύσουν και η συνακόλουθη ανάγκη της αφομοίωσης ξένων διαφορετικής καταγωγής, τότε ακριβώς σήμανε η ώρα της κοινότητας του χωριού, στηριζόμενη στην κοινοκτημοσύνη της γης.

Ο νέος αυτός θεσμός, που αναδείχτηκε σταδιακά ως φυσική εξέλιξη  του προηγούμενου – της φατρίας -, επέτρεψε στους βαρβάρους να πορευτούν και να διαβούν μια πολύ ταραγμένη ιστορική περίοδο, χωρίς να διασπαστούν σε μεμονωμένες οικογένειες, οι οποίες θα αφανίζονταν στον αγώνα για επιβίωση. Αναπτύχθηκαν νέες μορφές πολιτισμού` η γεωργία έφτασε σε στάδιο που οι περισσότεροι καλλιεργητές ακόμα και τώρα δεν έχουν ξεπεράσει, η οικιακή βιοτεχνία άρχισε να τελειοποιείται.. Δαμάστηκε η άγρια φύση γύρω, καθώς σκάφτηκαν παντού δρόμοι που ένωναν σειρές από κοινότητες. Κτίστηκαν αγορές, ορθώθηκαν φρούρια και εδραιώθηκαν τόποι δημόσιας λατρείας. Προοδευτικά σφυρηλατήθηκε η ιδέα μιας ευρύτερης ένωσης, η οποία θα περιλάμβανε ολόκληρα φύλα διαφορετικής καταγωγής. Σταδιακά οι πατροπαράδοτες αντιλήψεις του δικαίου της ωμής εκδίκησης μετασχηματίστηκαν, η αποζημίωση για το αδίκημα αντικατέστησε την εκδίκηση. Επίσης, υπό το νέο καθεστώς διαμορφώθηκε το εθιμικό δίκαιο που διέπει ακόμα και σήμερα την καθημερινή ζωή των δύο τρίτων της ανθρωπότητας, καθώς και ένα σύστημα ηθών και πρακτικών για την αποτροπή της καταπίεσης των μαζών από τις μειοψηφίες, η ισχύς των οποίων παρακολουθούσε, βεβαίως αυξητικά, την αύξηση των μέσων ιδιοποίησης του πλούτου. Αυτή ήταν η νέα μορφή που πήρε η τάση προς αλληλο-υποστήριξη που είχαν από πάντα οι μάζες. Και μάλιστα, οργανωμένη κατ΄ αυτόν τον τρόπο, η ανθρωπότητα σημείωσε τέτοια πρόοδο – οικονομική, πνευματική και ηθική – , που τα κράτη που έκαναν αργότερα την εμφάνισή τους απλώς οικειοποιήθηκαν, προς όφελος των αρχουσών μειοψηφιών, όλες εκείνες τις δικαστικές, οικονομικές και διοικητικές λειτουργίες οι οποίες, στο πλαίσιο της κοινότητας του χωριού, ασκούνταν προς όφελος όλων.

Αλληλοβοήθεια στη μεσαιωνική πόλη κράτος

…Mελετώντας την πορεία των κοινοτήτων των λεγόμενων βαρβάρων μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας,  μπορούμε να διακρίνουμε τις νέες εκφάνσεις που δημιουργήθηκαν από τις ανθρώπινες ανάγκες του Μεσαίωνα, και κυρίως τη σύσταση των μεσαιωνικών συντεχνιών και των πόλεων κρατών.

Οι βαρβαρικοί πληθυσμοί των πρώτων μεταχριστιανικών αιώνων (όπως πολλοί Μογγόλοι, Αφρικανοί, Άραβες κ.α., που ακόμα βρίσκονταν σε αυτό το στάδιο εξέλιξης), όλοι ανεξαιρέτως, προτιμούσαν την ειρήνη από τον πόλεμο, και σίγουρα δεν ήταν τα αιμοδιψή ζώα με τα οποία τους παρέβαλλαν.  Εξαίρεση αποτελούν λίγες φυλές που, κατά τη διάρκεια των μεταναστεύσεων, ξέπεσαν σε άγονες ερήμους ή υψίπεδα και γι΄ αυτό αναγκάζονταν περιοδικά να λεηλατούν  τους περισσότερο ευνοημένους γείτονές τους.

Οι πιο πρώιμοι βαρβαρικοί κώδικες μας παρουσιάζουν κοινωνίες που απαρτίζονται από ειρηνικές αγροτικές κοινότητες και όχι από ορδές φιλοπόλεμων ανθρώπων. Οι βάρβαροι έχτισαν σε όλη την ήπειρο χωριά και αγροτόσπιτα, αποψίλωσαν τα δάση, έφτιαξαν γέφυρες και αποίκισαν αχανείς ακατοίκητες περιοχές` και άφησαν τις ευθύνες του πολέμου σε αδελφότητες, συντεταγμένες ομάδες (scholae) ή «συνδικάτα»  (trusts) ανένταχτων ατόμων, που συγκεντρώνοντας γύρω από προσωρινούς οπλαρχηγούς, οι οποίοι περιφέρονταν προσφέροντας το ριψοκίνδυνο του χαρακτήρα τους, τα όπλα και τη γνώση τους στις πολεμικές τέχνες στους πληθυσμούς που αναζητούσαν προστασία και βέβαια αναζητούσαν διακαώς την ησυχία τους. Οι ένοπλες ομάδες τριγυρνούσαν απ΄ το ένα μέρος στο άλλο, αλλά η μάζα συνέχιζε να καλλιεργεί τη γη της, αψηφώντας τις ηγετικές φιλοδοξίες εκείνων τουλάχιστον που δεν επιβουλεύονταν την ανεξαρτησία των κοινοτήτων.

…Συνεπώς, αιτία της εν συνεχεία υποταγής των βαρβάρων στους αρχηγούς των διαφόρων ενόπλων ομάδων ήταν τα φιλειρηνικά και όχι τα υποτιθέμενα φιλοπόλεμα ένστικτά τους.

Είναι προφανές ότι ο τρόπος ζωής τους πρόσφερε στις ένοπλες αδελφότητες πολύ περισσότερες δυνατότητες πλουτισμού απ’ ότι οι αγροτικές κοινότητες στους καλλιεργητές. Οι scholae  του παλιού καιρού σίγουρα δεν ήταν περισσότερο ευσυνείδητες από τις σύγχρονες. Με τον τρόπο αυτό αποκτούσαν κοπάδια βοοειδών, σίδηρο (εκείνη την εποχή ήταν πολύ ακριβός) και σκλάβους` και ενώ τα περισσότερα λάφυρα καταναλώνονταν επιτόπου στα περίφημα τσιμπούσια για τα οποία η επική ποίηση έχει πολλά να μας πει, ένα άλλο μέρος χρησιμοποιήθηκε για ν΄ αποφέρει ακόμη περισσότερο πλούτο. Υπήρχε πολλή γη χέρσα και πολλοί άντρες για να την καλλιεργήσουν , αρκεί να είχαν τα απαραίτητα ζώα και εργαλεία. Ολόκληρα χωριά κατεστραμμένα από επιδημίες, από φωτιές και από επιδρομές νέων μεταναστών, εγκαταλείπονταν από τους κατοίκους τους, οι οποίοι αναζητούσαν νέα πατρίδα για να εγκατασταθούν. Κι αν ένας από τους μισθοφόρους των ενόπλων ομάδων πρόσφερε στους χωρικούς μερικά βόδια για να ξαναρχίσουν την καλλιέργεια, λίγο σίδηρο για να φτιάξουν ένα άροτρο –συχνά δε και το ίδιο το άροτρο-, προστασία από τις επιδρομές και υπόσχεση απαλλαγής από τις υποχρεώσεις για μερικά χρόνια πριν αρχίσει η υπόσχεση του συμφωνημένου χρέους, οι χωρικοί αυτοί εγκαθίσταντο πρόθυμα στην περιοχή. Και όταν, έπειτα από σκληρούς αγώνες και κακές σπορές, ξηρασίες και αρρώστιες, οι χωρικοί άρχιζαν να εξοφλούν το χρέος τους, ετίθεντο ταυτόχρονα και ως δουλοπάροικοι στην υπηρεσία του προστάτη της περιοχής. Αυτός αναμφίβολα είναι ένας τρόπος συσσώρευσης πλούτου, και ο πλούτος συνοδεύεται πάντα από την ισχύ. Και όσο βαθύτερα εισχωρούμε στην ζωή του 6ου ή του 7ου αιώνα, τόσο περισσότερο ανακαλύπτουμε ότι ήταν αναγκαίο και άλλο ένα στοιχείο πέρα από την οικονομική και στρατιωτική ισχύ, για να συγκροτηθεί η εξουσία των ολίγων.

Η φροντίδα ακριβώς για το νόμο και την ευταξία, η επιθυμία των μαζών να διατηρήσουν την ειρήνη  και να θεμελιώσουν αυτό που θεωρούσαν δικαιοσύνη –αυτές ήταν που έδωσαν στους αρχηγούς των scholae – βασιλείς, δούκες, κνιάζ (knyaz) και άλλους –την ισχύ που απέκτησαν διακόσια ή τριακόσια χρόνια αργότερα. Η ίδια ιδέα της δικαιοσύνης, η επαρκής δηλαδή ανταπόδοση της αδικίας, η οποία είχε διαμορφωθεί στο στάδιο της φυλετικής οργάνωσης, τώρα διαπερνούσε την ιστορία των θεσμών ως ιερή παρακαταθήκη και αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο της εξουσίας των βασιλέων και των φεουδαρχών – αυτή και όχι οι στρατιωτικές και οι οικονομικές συνθήκες.

Με λίγα λόγια, όσο βαθύτερα εισχωρούμε στην ιστορία των πρώιμων θεσμών, τόσο λιγότερο βάσιμη μας φαίνεται η θεωρία της στρατιωτικής προέλευσης της εξουσίας. Ακόμα και η στρατιωτική ισχύς, που αργότερα έγινε μέσο καταπίεσης, προέρχεται από τη φιλειρηνική διάθεση των μαζών.

Kαι αν αναζητήσουμε τις δυνάμεις που παρήγαγαν κτίζοντας στην Ευρώπη εντυπωσιακά κτίρια που εξέφραζαν την ευφυΐα των ελεύθερων ενώσεων που δημιουργήθηκαν από ελεύθερους ανθρώπους, θα τις εντοπίσουμε όχι στη μεγαλοφυΐα κάποιον ηρώων, ούτε στη δεσμευτική οργάνωση ισχυρών κρατών  ή στην πολιτική επιδεξιότητα των κυβερνητών τους, αλλά στο ρεύμα της Αλληλο-υποστήριξης και της αλληλοβοήθειας που διέπνεε τις κοινότητες και που αναζωογονήθηκε και ενισχύθηκε στο μεσαίωνα από ενώσεις τις οποίες κατεύθυνε το ίδιο πνεύμα, που απέκτησε καινούργια μορφή – τις συντεχνίες.

Τα αρχαία χρόνια, όταν ένας βασιλιάς έστελνε τον απεσταλμένο του σ΄ ένα χωριό, οι κάτοικοι τον υποδέχονταν με λουλούδια από το ένα χέρι και με όπλα στο άλλο, και τον ρωτούσαν ποιο νόμο είχε την πρόθεση να εφαρμόσει – αυτόν που έβρισκε στο χωριό ή αυτόν που έφερνε μαζί του; Στην πρώτη περίπτωση του πρόσφεραν τα λουλούδια και τον δέχονταν, στη δεύτερη ξεσπούσε μάχη.

Στα ζητήματα που αφορούσαν την επικράτεια της κοινότητας, τα μέλη της είχαν τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο, και, όπως το αποδεικνύει ο Μάουρερ (Maurer), συχνά απαιτούσαν να συμμορφώνεται και ο ίδιος ο άρχοντας στις αποφάσεις τους για υποθέσεις ιδιοκτησίας γης. Η ισχυροποίηση του φεουδαλισμού δεν μπόρεσε να κάμψει  αυτή την αντίσταση` η κοινότητα διατήρησε τα εδάφη της. Και όταν, κατά τη διάρκεια του 9ου και του 10ου αιώνα, οι εισβολείς των Νορμανδών, των Αράβων και των Ούγγρων απέδειξαν ότι οι τοπικές στρατιωτικές ομάδες ουσιαστικά ήταν ανίκανες να προστατεύσουν τη γη τους, σε όλη την Ευρώπη άρχισε ένα κίνημα οχύρωσης των χωριών με πέτρινα τείχη και τάφρους. Με ενέργειες των κοινοτήτων χτίστηκαν τόσες χιλιάδες οχυρωμένα κέντρα`  και από τη στιγμή που έχτισαν τείχη, από τη στιγμή που ένα γενικό συμφέρον δημιουργήθηκε μέσα σ΄ αυτό το νέο άσυλο –τα τείχη της πόλης-, κατάλαβαν ότι στο εξής θα μπορούσαν να αντιστέκονται στις παρενοχλήσεις τόσο των εσωτερικών εχθρών, των αρχόντων, όσο και σε αυτές των ξένων εισβολέων. Μέσα στις οχυρωμένες περιοχές, άρχισε να δημιουργείται μια νέα ζωή ελευθερίας. Γεννήθηκε η μεσαιωνική πόλη – κράτος. Καμία περίοδος της ιστορίας δεν θα μπορούσε να απεικονίσει καλύτερα τις δημιουργικές δυνάμεις  των μαζών από τον 10ο και τον 11ο αιώνα, όταν τα οχυρωμένα χωριά με τις αγορές τους, «οάσεις μέσα στην έρημο της φεουδαρχίας», άρχισαν να απελευθερώνονται  από το ζυγό των αρχόντων τους και σιγά σιγά να οργανώνονται σε πόλεις.

Αλλά δυστυχώς σε αυτή την περίοδο της ιστορίας υπάρχουν ελάχιστες πληροφορίες`  γνωρίζουμε τα αποτελέσματα, όμως ξέρουμε πολύ λίγα για τα μέσα με τα οποία αυτά υλοποιήθηκαν.

Ο άγιος Ούθελρεντ του Γουίντσεστερ, ο άγιος Ούρλικ του Άουγκσμπουργκ, ο άγιος Βόλφγκανγκ του Ράτισμπον, ο άγιος Χέριμπερτ της Κολωνίας, ο άγιος Άνταλμπερτ της Πράγας κ.α., καθώς και πολλοί ηγούμενοι και μοναχοί, έγιναν άγιοι επειδή υπερασπίστηκαν τα συμφέροντα του λαού. Και υπό την ηγεσία των νέων υπερασπιστών τους, λαϊκών ή κληρικών, οι συνελεύσεις των πολιτών κατέκτησαν τον απόλυτο αυτοπροσδιορισμό και την αυτοδιοίκηση τους.

Η όλη διαδικασία της απελευθέρωσης κινήθηκε χάρη σε αμέτρητες ανεπαίσθητες εκδηλώσεις αφοσίωσης στον κοινό σκοπό, ο οποίος επιτεύχθηκε από ανθρώπους μέσα από τις μάζες –από άγνωστους ήρωες των οποίων τα ονόματα η ιστορία δεν κράτησε.

Τίποτα δεν σκιαγραφεί καλύτερα τις μεσαιωνικές αδελφότητες από τις προσωρινές συντεχνίες που συγκροτούνταν στα πλοία που ταξίδευαν. Μισή μέρα μετά τον απόπλου του πλοίου, ο καπετάνιος συγκέντρωνε όλους τους επιβάτες και το πλήρωμα στο κατάστρωμα και τους έλεγε τα ακόλουθα.

«Αφού τώρα είμαστε στο έλεος του Θεού και των κυμάτων, πρέπει ο καθένας να είναι ίσος με τους άλλους. Και αφού τώρα μας ζώνουν καταιγίδες, φουσκοθαλασσιές, πειρατές και άλλοι κίνδυνοι, πρέπει να βάλουμε μια τάξη για να φέρουμε το ταξίδι μας σε αίσιο πέρας. Γι΄ αυτό θα προσευχηθούμε για ούριο άνεμο και καλή τύχη, και σύμφωνα με το δίκαιο της θάλασσας θα ορίσουμε τους αρμόδιους Schoffenstellen (δικαστές)». Έτσι το πλήρωμα εξέλεγε έναν Vogt και τέσσερις scabini για δικαστές του. Στο τέλος του ταξιδιού οι εντεταλμένοι δικαστές παραιτούνταν των καθηκόντων τους και απευθύνονταν στο πλήρωμα με τα ακόλουθα λόγια: «Ό, τι και να συνέβη στο καράβι εν πλω, πρέπει να το συγχωρέσουμε και να το θεωρήσουμε θαμμένο. Ό, τι κρίναμε δίκαιο ήταν στο όνομα τις δικαιοσύνης. Γι΄ αυτό σας παρακαλούμε όλους, στο τίμιο όνομα τις δικαιοσύνης, να ξεχάσετε τις έχθρες που τρέφετε ο ένας για τον άλλο και να ορκιστείτε σε ψωμί και αλάτι ότι δε θα το θυμάστε με πικρία. Αν όμως κάποιος θεωρεί ότι αδικήθηκε, πρέπει να προσφύγει στο Vogt της στεριάς και να ζητήσει το δίκιο του πριν από το ηλιοβασίλεμα».  Αμέσως μετά την αποβίβαση, το απόθεμα από τα πρόστιμα παραδιδόταν στον  Vogt του λιμανιού για να διανεμηθεί στους φτωχούς.

Τα κοινωνικά χαρακτηριστικά της μεσαιωνικής συντεχνίας μπορούν να σκιαγραφηθούν από ένα οποιοδήποτε σχέδιο σε  ένα οποιοδήποτε καταστατικό μιας από αυτές. Στο καταστατικό μιας πρώιμης δανικής συντεχνίας διαβάζουμε πρώτα μια δήλωση για το αίσθημα της αδελφοσύνης που πρέπει να βασιλεύει στη συντεχνία` στη συνέχεια υπάρχουν κάποιοι κανονισμοί σχετικά με την απονομή δικαίου σε περιπτώσεις που θα προκύψουν διενέξεις ανάμεσα σε δύο αδελφούς (αδελφοποιημένα μέλη) ή σε έναν αδελφό και έναν ξένο και έπειτα απαριθμούνται τα κοινωνικά καθήκοντα των μελών της αδελφότητας.

Αν ο θεσμός των συντεχνιών γνώρισε τεράστια εξάπλωση στην Ασία, την Αφρική και την Ευρώπη, αν διατηρήθηκε για χιλιάδες χρόνια και επανεμφανιζόταν όποτε το επέβαλαν οι συνθήκες, είναι γιατί είχε πολύ μεγαλύτερη σημασία από ένα κοινό γεύμα, την τέλεση θρησκευτικών καθηκόντων μια συγκεκριμένη ημέρα και της νεκρώσιμες τελετές. Ικανοποιούσε μια ανάγκη βαθιά ριζωμένη στην ανθρώπινη φύση` και ενσωμάτωσε όλες τις λειτουργίες που απαλλοτρίωσε αργότερα το κράτος  για να τις αποδώσει στη γραφειοκρατία του και στις αστυνομικές του δυνάμεις….Ακόμα και όταν το μέλος μιας συντεχνίας έπρεπε να παραστεί ενώπιον της επιτροπής δικαιοσύνης της συντεχνίας, λογοδοτούσε σε ανθρώπους που το γνώριζαν καλά και του είχαν παρασταθεί στον καθημερινό μόχθο, στο κοινό γεύμα, στην τέλεση των καθηκόντων απέναντι στην αδελφότητα. Λογοδοτούσε σε ανθρώπους με τους οποίους ήταν πραγματικά ίσος και αδελφωμένος, και όχι σε θεωρητικούς του δικαίου και υπερασπιστές ξένων συμφερόντων.

Αν υπήρχε έλλειψη προϊόντων στην πόλη, όλοι λίγο πολύ την υφίσταντο. Αλλά, άσχετα από τα δεινά, όσο υπήρχαν πόλεις – κράτη, κανείς δεν πέθαινε στη μέση του δρόμου από την πείνα, πράγμα που δυστυχώς συμβαίνει πολύ συχνά στις μέρες μας.

Όσο περισσότερο γνωρίζουμε την μεσαιωνική πόλη, τόσο διαπιστώνουμε ότι δεν ήταν απλώς ένας πολιτικός οργανισμός για την προστασία συγκεκριμένων πολιτικών ελευθεριών. Ήταν μια προσπάθεια οργάνωσης σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα από την κοινότητα, μια ισχυρή ένωση που αποσκοπούσε στην αλληλοβοήθεια και την αλληλοϋποστήριξη, στην αφθονότερη παραγωγή και κατανάλωση, στην αρμονική κοινωνική ζωή, χωρίς να επιβάλει στους ανθρώπους της κρατικούς καταναγκασμούς. Έδινε απόλυτη ελευθερία στη δημιουργικότητα κάθε ομάδας ανθρώπων, όπως αυτή εκφραζόταν στην Τέχνη, την παραδοσιακή χειροτεχνία, την επιστήμη, το εμπόριο, και την πολιτική δραστηριότητα.

Όσο περισσότερα μαθαίνουμε για τη μεσαιωνική πόλη, τόσο πιο ξεκάθαρα αντιλαμβανόμαστε ότι ποτέ οι εργάτες δεν απολάμβαναν τέτοια ευμάρεια και τέτοιο σεβασμό, όσο τον καιρό της ακμής της πόλης.

Και, ακόμα περισσότερο, στη μεσαιωνική πόλη είχαν υλοποιηθεί όχι μόνο πολλές από τις βλέψεις που έχουν οι σύγχρονοι ριζοσπάστες, αλλά και πολλές από αυτές που στις μέρες μας χαρακτηρίζονται ουτοπικές. Γελάνε μαζί μας όταν λέμε ότι η εργασία πρέπει να είναι ευχαρίστηση, αλλά ένα μεσαιωνικό διάταγμα της πόλης του Κούτενμπεργκ αναφέρει ότι: «όλοι πρέπει να απολαμβάνουν τη δουλειά τους», και ότι «κανένας δεν θα καρπώνεται αυτά που οι άλλοι έχουν φτιάξει με κόπο και μόχθο, ενώ ο ίδιος δεν έχει κάνει τίποτε, γιατί οι νόμοι πρέπει να είναι η ασπίδα του κόπου και του μόχθου».

Η οργάνωση των επαγγελμάτων βέβαια προϋπέθετε επίβλεψη των τεχνικών από τη συντεχνία, και προτείνονταν ειδικοί επίτροποι που θα ασκούσαν αυτό το έργο. Το πραγματικά αξιοθαύμαστο είναι ότι, όσον καιρό οι πόλεις ήταν ελεύθερες, δεν σημειώθηκαν καταγγελίες κατά των επιβλεπόντων. Αντιθέτως, μετά την επίβλεψη του κράτους, που απαλλοτρίωσε τα δικαιώματα των συντεχνιών και της ανεξαρτησίας του για να ενισχύσει τη γραφειοκρατία του, σημειώνονταν εκατοντάδες καταγγελίες.

Από την άλλη πλευρά, η τεράστια πρόοδος που σημείωσαν όλες οι τέχνες με το μεσαιωνικό σύστημα της συντεχνιακής οργάνωσης αποδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο ότι αυτό δεν παρεμπόδιζε την ατομική πρωτοβουλία.

Το μίσος των κατοίκων των πόλεων για τους φεουδάρχες εκφράζεται με χαρακτηριστικό τρόπο στα κείμενα των καταστατικών Χαρτών που τους υποχρέωναν να υπογράψουν μετά τη νίκη τους. Ο Ερρίκος Ε΄ αναγκάστηκε να υπογράψει τη χάρτα του Σπέιερ το1111, που διακήρυττε ότι ελευθερώνει τους πολίτες από το «φρικτό και βδελυρό νόμο «νεκρό χέρι»  (νομική κατοχύρωση του αμεταβίβαστου των εκκλησιαστικών κυρίως ακινήτων), εξαιτίας του οποίου είχαν βυθιστεί στη φτώχεια».

Η Χάρτα της Μπαγιόν, που συντάχτηκε γύρω στα 1273 περιέχει χωρία όπως αυτό: «Ο λαός είναι ανώτερος των αρχόντων. Ο λαός που υπερέχει αριθμητικά όλων των άλλων και που επιθυμεί την ειρήνη έχει αναδείξει τους άρχοντες για να τιμωρούν και να καθαιρούν τους ισχυρούς» κ.ο.κ. Μια χάρτα που υποβλήθηκε για υπογραφή στο βασιλιά Ροβέρτο είναι το ίδιο χαρακτηριστική. Με αυτήν υποχρεωνόταν να δηλώνει ότι: «Δε θα ληστεύω βόδια ούτε άλλα ζώα. Δε θα απάγω εμπόρους, δε θα παίρνω τα χρήματά τους και δε θα ζητάω λύτρα. Από την ημέρα της Παναγίας έως τη γιορτή των Αγίων Πάντων δε θα αρπάζω άλογα, φοράδες ή πουλάρια από τα λιβάδια. Δε θα καίω τους μύλους και δε θα κλέβω αλεύρι .(…) Δε θα προσφέρω άσυλο σε κλέφτες» κ.τ.λ. Η Χάρτα που «παραχωρήθηκε» από τον αρχιεπίσκοπο Ουγκ της Μπεζανσόν, και στην οποία υποχρεωνόταν να απαριθμήσει όλα τα αδικήματα που διέπραξε καταχρώμενος τα προνόμιά του, είναι χαρακτηριστική.

Είναι δύσκολο να διαφυλαχθεί η ελευθερία σε τέτοιο περιβάλλον, και γι΄ αυτό οι πόλεις αναγκάστηκαν να μεταφέρουν τον πόλεμο εκτός των τειχών. Οι κάτοικοι των πόλεων έστελναν στα χωριά υποκινητές επαναστατικών κινημάτων, δέχονταν χωριά στις ομοσπονδίες τους και κήρυτταν ευθέως τον πόλεμο εναντίων των ευγενών.

Στην Ιταλία όπου υπήρχαν αναρίθμητα φεουδαρχικά κάστρα, ο πόλεμος λάμβανε επικές διαστάσεις, αφού και οι δύο πλευρές μάχονταν αποφασιστικά.

Οι πόλεις επέδειξαν αξιοθαύμαστη ανδρεία, θάρρος και αντοχή σ΄ αυτούς τους πολέμους. Αλλά οι σφενδόνες  και τα τσεκούρια των τεχνιτών δεν έβγαιναν πάντα νικητές στις αναμετρήσεις με τους πάνοπλους ιππότες, και πολλά  άντεξαν στις επιθέσεις ευφυών πολιορκητικών μηχανών χάρη στην επιμονή των πολιτών.

Όμως, σε αρκετές πόλεις, οι έμποροι και οι τεχνίτες, εξαντλημένοι από τον πόλεμο, και παρεξηγώντας τα συμφέροντά τους, άρχισαν να παζαρεύουν τα κεφάλια των χωρικών. Υποχρέωσαν τον ηττημένο άρχοντα να ορκιστεί συμμαχία στην πόλη` απογύμνωσαν το κάστρο του, τον υποχρέωσαν να συμφωνήσει να χτίσει ένα σπίτι στην πόλη και να γίνει συμπολίτης τους` σε αντάλλαγμα όμως διατήρησε την εξουσία στους χωρικούς, οι οποίοι μόνο μερικώς ανακουφίστηκαν από τα βάσανά τους. Ο κάτοικος της πόλης δεν μπορούσε να καταλάβει ότι  έπρεπε να παραχωρηθεί δικαίωμα ισοπολιτείας στους χωρικούς, στις προμήθειες των οποίων σε τρόφιμα βασιζόταν, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί βαθύ σχίσμα ανάμεσα στην πόλη και το χωριό. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι χωρικοί απλώς μεταβιβάστηκαν σε άλλον ιδιοκτήτη, διότι η πόλη εξαγόρασε τα δικαιώματα των χωρικών και τα πουλούσε στους πολίτες της υπό μορφή μετοχών. Διατηρήθηκε το καθεστώς της δουλοπαροικίας, και μόνο πολύ αργότερα, προς τα τέλη του 13ου αιώνα, καταλύθηκε από τις επαναστάσεις των συντεχνιών, οι οποίες κατάργησαν αυτή τη μορφή δουλείας, αφαιρώντας όμως ταυτόχρονα τη γη από τους δουλοπάροικους. Είναι αυτονόητο ότι οι ίδιες οι πόλεις μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα βίωσαν τα τραγικά αποτελέσματα της πολιτικής τους: η επαρχία έγινε εχθρός της πολιτείας. Ο πόλεμος εναντίον των αρχόντων είχε μια ακόμα αρνητική συνέπεια: Ενέπλεξε τις πόλεις σε διαδοχικούς μεταξύ τους πολέμους, οι οποίοι ήταν και η αφορμή να διαδοθεί η θεωρία –μέχρι πρόσφατα ήταν πολύ δημοφιλής- ότι οι πόλεις έχασαν την ανεξαρτησία τους εξαιτίας της ζηλοφθονίας και του αλληλοσπαραγμού τους. Οι ιστορικοί του ιμπεριαλισμού υποστήριζαν ένθερμα την ιδέα αυτή, την οποία ανατρέπει η σύγχρονη έρευνα. Είναι βέβαιο ότι οι ιταλικές πόλεις μάχονταν η μία την άλλη πεισματικά, αλλά πουθενά αλλού οι διαμάχες δεν έλαβαν τέτοιες διαστάσεις` ακόμα και οι πόλεμοι μεταξύ των ιταλικών πόλεων, και ιδιαίτερα οι πρώιμοι, σημειώθηκαν για κάποιους συγκεκριμένους λόγους.: Ήταν –όπως έχουν αποδείξει οι Σισμόντι και Φεράρι  – απλή συνέχεια του πολέμου εναντίων των αφεντάδων των κάστρων. Αναπόφευκτα, το δημοτικό και συνομοσπονδιακό πνεύμα ερχόταν σε σκληρή σύγκρουση με τον φεουδαλισμό, τον ιμπεριαλισμό και τον παπισμό.

kropotkin3Η μεσαιωνική αρχιτεκτονική ήταν μεγαλόπρεπη…Όπως και η ελληνική τέχνη, ξεπήδησε από την ιδέα της αδελφότητας και της ενότητας που είχε εμπνεύσει η πόλη. Είχε ένα θάρρος που θα μπορούσε να αποκτηθεί μόνο από γενναίους αγώνες και νίκες, είχε μια ζωντάνια που διέπνεε κάθε δραστηριότητα της πόλης. Ένας καθεδρικός ναός ή δημόσιο κτήριο συμβόλιζε το μεγαλείο ενός οργανισμού που είχε χτίσει κάθε τέκτονας και κάθε λιθοξόος` έτσι το μεσαιωνικό κτίριο εμφανίζεται όχι ως μια ατομική προσπάθεια στην οποία χιλιάδες σκλάβοι έχουν προσφέρει τόσα όσα τους έχει επιβάλει η σύλληψη και η φαντασία ενός ανθρώπου, αλλά ως σύλληψη και ως έργο στο οποίο έχει συμπράξει όλη η πολιτεία. Η κατασκευή του πανύψηλου καμπαναριού ενσάρκωνε τη ζωή όλης της πόλης` δεν ήταν μια ασήμαντη σκαλωσιά, σαν το σιδερένιο πύργο του Παρισιού, ούτε μια πέτρινη ψευτοκατασκευή που φτιάχτηκε για να καλύψει την ασχήμια ενός σιδερένιου σκελετού όπως το Τάουερ Μπριτζ του Λονδίνου. Όπως και η Ακρόπολη της Αθήνας, ο καθεδρικός ναός της μεσαιωνικής πόλης προοριζόταν να εξυμνήσει το μεγαλείο της νικήτριας πόλης, να συμβολίσει την ενότητα των τεχνιτών, να εκφράσει τη δόξα κάθε πολίτη σε μια πόλη που ο ίδιος είχε δημιουργήσει.

Μικρές πόλεις, ακόμα και μικρές ενορίες, συναγωνίζονταν τα έργα των μεγάλων ενώσεων`  οι καθεδρικοί ναοί του Λαόν και του Σεντ Ουέν δεν υστερούν του καθεδρικού ναού της Ρεμς ή του δημαρχείου της Βρέμης ή του καμπαναριού του Μπρεσλάου. Σύμφωνα με το συμβούλιο της Φλωρεντίας, «μόνο τα έργα που ανταποκρίνονται στο μεγαλείο κοινοτικής ομόνοιας μπορούν να εκτελούνται` αυτά που δημιουργούνται με την καρδιά όλων των πολιτών που ενώνονται από την κοινή θέλησή τους». Αυτό το πνεύμα εμφανίζεται σε όλα τα κοινωφελή κοινοτικά έργα, όπως είναι τα κανάλια, οι αναβαθμίδες, οι αμπελώνες και οι κήποι οπωροφόρων που περικυκλώνουν τη Φλωρεντία, ή τα αρδευτικά κανάλια που διέσχιζαν τις πεδιάδες της Λομβαρδίας, ή το λιμάνι και το υδραγωγείο της Γένοβας, ή κάθε παρόμοιο έργο που εκτελούσε κάθε πόλη…

 

Η αλληλοβοήθεια στις σύγχρονες κοινωνίες 

Η τάση προς την αλληλοβοήθεια είναι έμφυτη στον άνθρωπο και βαθιά συνυφασμένη με την εξέλιξη της ανθρώπινης φυλής, και γι΄ αυτό χαρακτηρίζει ακόμη και την εποχή μας, παρ΄ όλες της ιστορικές αντιξοότητες. Κατά κύριο λόγο αναπτύχθηκε σε εποχές ειρήνης και ευημερίας` αλλά ακόμα και όταν η ανθρωπότητα έζησε τις πιο ολέθριες καταστάσεις – όταν πόλεμοι ρήμαξαν ολόκληρες χώρες και ολόκληροι πληθυσμοί αποδεκατίζονταν από τις στερήσεις ή στέναζαν κάτω από τυραννικούς ζυγούς -, αυτή η τάση εξακολουθούσε να επιζεί, στις κοινότητες και στις τάξεις των φτωχότερων ανθρώπων`  τους κρατούσε ενωμένους και αποτέλεσε τον παράγοντα εκείνον που μακροπρόθεσμα τους βοήθησε να αντιδράσουν ενάντια στις ολιγαρχίες –αυτές ακριβώς που αναρριχήθηκαν στην εξουσία μέσα από αλληλοσπαραγμούς που έφερναν πάντα τη γενική εξαθλίωση. Σημαδιακή στην προκειμένη περίπτωση ήταν η περιφρόνησή τους προς την αλληλοβοήθεια ως δήθεν συναισθηματική ολιγωρία. Και όμως, όσες φορές η ανθρωπότητα χρειάστηκε να δημιουργήσει μια νέα κοινωνική οργάνωση, προσαρμοσμένη σε μια νέα φάση της εξέλιξης, αντλούσε έμπνευση και δυνάμεις από αυτή την πάντα ακμαία τάση. Στο βαθμό που η  δημιουργία νέων οικονομικών και κοινωνικών θεσμών ήταν έργο των μαζών, όλα –νέα ηθικά συστήματα και θρησκείες – προέρχονταν από την ίδια πηγή. Και η ηθική πρόοδος της ανθρωπότητας, σε γενικές γραμμές, εμφανίζεται ως βαθμιαία διεύρυνση των αρχών της αλληλοβοήθειας, από το επίπεδο της φυλής σε ολοένα μεγαλύτερα σύνολα, μέχρι να αγκαλιάσει στο τέλος ολόκληρη την ανθρωπότητα, χωρίς διακρίσεις θρησκευτικές, γλωσσικές και φυλετικές.

Κατά τη διάρκεια των τριών προηγούμενων αιώνων τα κράτη της Ευρώπης και της Μεγάλης Βρετανίας εκρίζωσαν συστηματικά όλους τους θεσμούς στους οποίους έβρισκε την έκφρασή της η τάση της αλληλοβοήθειας.

Μέχρι τα τέλη του περασμένου αιώνα οι βασιλείς των ευρωπαϊκών κρατών, το Βρετανικό κοινοβούλιο και η επαναστατική Εθνοσυνέλευση στη Γαλλία, παρόλο που βρίσκονταν σε πόλεμο μεταξύ τους, συμφώνησαν να απαγορεύσουν την ύπαρξη ξεχωριστών ενώσεων των πολιτών στα κράτη τους, συμφώνησαν ότι τα καταναγκαστικά έργα και ο θάνατος ήταν οι μόνες αρμόζουσες τιμωρίες για τους εργάτες που θα τολμούσαν να συμμετάσχουν σε συνασπισμούς. «Κανένα κράτος εν κράτει». Μόνο το κράτος και η εκκλησία που έπρεπε να επιμελούνται των ζητημάτων γενικού ενδιαφέροντος, ενώ οι επιτελείς έπρεπε να συγκροτούν χαλαρά σύνολα ατόμων που δεν συνδέονταν με ιδιαίτερους δεσμούς, ώστε να είναι βέβαιο ότι θα επικαλούνταν την κυβέρνηση με την παραμικρή αφορμή. Αυτή ήταν η θεωρία και η πρακτική που επικρατούσαν στην Ευρώπη μέχρι τα μέσα αυτού του αιώνα….

Η απορρόφηση όλων των κοινωνικών λειτουργιών από το κράτος ευνόησε την ανάπτυξη ενός αχαλίνωτου, στενόμυαλου ατομικισμού. Καθώς αυξάνονταν οι υποχρεώσεις των πολιτών απέναντι στο κράτος, ανάλογα μειώνονταν οι υποχρεώσεις που είχαν ο ένας απέναντι στον άλλο. Στο πλαίσιο της συντεχνίας, -και στο μεσαίωνα όλοι ανήκαν σε μια συντεχνία ή αδελφότητα – δύο αδελφοί, όφειλαν να προσέχουν, ο καθένας με τη σειρά του, έναν άλλο άρρωστο αδελφό` στις μέρες μας αρκεί να δώσουμε στο γείτονά μας τη διεύθυνση του πλησιέστερου πτωχοκομείου. Στις κοινωνίες των βαρβάρων, αν παρακολουθούσες τη μάχη μεταξύ δύο ανθρώπων που προέκυψε από διαφωνία τους χωρίς να παρέμβεις για να τη σταματήσεις, αντιμετωπιζόσουν και εσύ σαν δολοφόνος. Αλλά, σύμφωνα με τη θεωρία του κράτους ως προστάτη των πάντων, ο παρατηρητής δεν χρειάζεται να παρέμβει` ο αστυφύλακας είναι ο μόνος αρμόδιος να παρεμβαίνει ή να μην παρεμβαίνει. Κι ενώ στη βαρβαρική γη των Οτεντότων θεωρείτε σκάνδαλο να φας προτού φωνάξεις τρεις φορές για να διαπιστώσεις αν υπάρχει κάποιος που θέλει να μοιραστεί το γεύμα σου, το μόνο που πρέπει να κάνει στις μέρες μας ο αξιοσέβαστος πολίτης είναι να πληρώσει το φόρο υπέρ των απόρων και να αφήσει αυτούς που πεθαίνουν από την πείνα να πεθάνουν από την πείνα. Το αποτέλεσμα είναι η θεωρία που υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι μπορούν, και οφείλουν, να αναζητούν τη δική τους ευτυχία χωρίς να υπολογίζουν τις ανάγκες των άλλων ανθρώπων να επικρατεί θριαμβευτικά παντού – στο δίκαιο, στην επιστήμη, στη θρησκεία. Αυτή είναι η θρησκεία της εποχής, και η αμφισβήτηση της παντοδυναμίας της είναι μια επικίνδυνη ουτοπία. Η επιστήμη διακηρύσσει ότι ο πόλεμος του ενός εναντίον όλων είναι ο νόμος της φύσης και των ανθρώπινων κοινωνιών. Η βιολογία αποδίδει την εξέλιξη του ζωικού κόσμου σ΄ αυτό τον πόλεμο. Η ιστορία επιστρατεύει ανάλογη επιχειρηματολογία` και οι οικονομολόγοι, με την αφελή τους άγνοια, εντοπίζουν την πρόοδο της σύγχρονης βιομηχανίας και μηχανικής στις «καταπληκτικές» επιδράσεις τις ίδιας αρχής. Το ίδιο το θρησκευτικό κήρυγμα προάγει μια θρησκεία ατομικιστική, που τη μετριάζουν κάπως οι φιλανθρωπικές σχέσεις με το διπλανό μας, ιδίως τις Κυριακές. «Πρακτικοί» άνθρωποι και θεωρητικοί, επιστήμονες και ιεροκήρυκες, νομικοί και πολιτικοί, όλοι συμφωνούν σε ένα πράγμα – ότι και οι σκληρότερες εκδηλώσεις του ατομικισμού μπορούν να αμβλυνθούν λίγο πολύ από τη φιλανθρωπία, και ότι αυτή είναι η μόνη σίγουρη βάση διατήρηση της κοινωνίας και της προόδου που έχει συντελεστεί μέχρι τώρα.

Παρόλο που οι θεσμοί που προωθούν την αλληλοβοήθεια καταστρέφονται θεωρητικά και πρακτικά τα τελευταία τριακόσια ή τετρακόσια χρόνια, η ζωή εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων εξακολουθεί να ρυθμίζεται από αυτούς τους θεσμούς`  προσπαθούν φιλότιμα να τους διατηρήσουν και να τους ανασυστήσουν όπου έχουν πάψει να υπάρχουν. Ο καθένας από εμάς στον κύκλο του επαναστάτησε κάποια στιγμή ενάντια στο ατομικιστικό δόγμα, που στις μέρες μας είναι πολύ της μόδας, ενώ οι πράξεις των ανθρώπων που καθοδηγούνται από την τάση τους να αλληλοβοηθιούνται συνιστούν ένα τόσο μεγάλο μέρος της καθημερινής τους επαφής, που, αν διαγράφονταν, θα ανακοπτόταν κάθε ηθική πρόοδος. Η ίδια η ανθρώπινη κοινωνία δε θα μπορούσε να διατηρηθεί περισσότερο από μια γενιά.

Πουθενά δεν εξαφανίστηκε η κοινότητα από μόνη της` παντού, αντιθέτως, οι άρχουσες τάξεις χρειάστηκαν να καταβάλουν επί αρκετούς αιώνες μια επίμονη, αν και όχι πάντα πετυχημένη, προσπάθεια να καταργήσουν και να απαλλοτριώσουν τις κοινοτικές γαίες. Στη Γαλλία οι κοινότητες άρχισαν να στερούνται την ανεξαρτησία τους και τη γη τους ήδη από το 16ο αιώνα. Ωστόσο μόνο τον επόμενο αιώνα, όταν οι χωρικοί έφτασαν, με πολέμους και βαριές φορολογίες, στην κατάσταση υποτέλειας και μιζέριας που τόσο γλαφυρά απεικονίζεται από όλους τους ιστορικούς, η λεηλασία της γης τους έγινε εύκολη και πήρε σκανδαλώδεις διαστάσεις. «Ο καθένας πήρε ότι μπορούσε (…) Επινοήθηκαν χρέη και άλλες φανταστικές υποχρεώσεις, ώστε να επιτευχθεί η υφαρπαγή της γης των κοινοτήτων», διαβάζουμε σ΄ ένα διάταγμα που εξέδωσε ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ το 1667…

Δύο χρόνια αργότερα όλα τα έσοδα των κοινοτήτων δεσμεύτηκαν από το βασιλιά.

Κάθε νέο καθεστώς έβλεπε τα κοινοτικά κτήματα ως μέσο για να κερδίσει την εύνοια των υποστηρικτών του, και ψηφίστηκαν τρεις νόμοι (ο πρώτος το 1837 και ο τελευταίος κατά τη διάρκεια του Ναπολέοντα Γ΄) για να υποχρεωθούν οι κοινότητες να μοιράσουν τις ιδιοκτησίες τους.  Τρεις φορές χρειάστηκαν να ανακληθούν αυτοί οι νόμοι, διότι συναντούσαν τρομερή αντίσταση στα χωριά` αλλά κάθε φορά κάτι είχε αρπαχθεί, ώσπου ο Ναπολέων ο Γ΄, με την πρόφαση ότι ενθαρρύνει τις τελειοποιημένες γεωργικές μεθόδους, απέδωσε στους ευνοούμενούς του μεγάλα κτήματα που προέρχονταν από τις κοινοτικές γαίες….

Είναι σχεδόν απίστευτο, και όμως αληθινό, ότι, όταν για παράδειγμα ένας χωρικός διατίθεται να καταβάλει σε ρευστό τη συνδρομή που του αναλογεί για την επισκευή ενός κοινοτικού δρόμου, αντί να συνδράμει σπάζοντας τις πέτρες που το έργο απαιτεί, πρέπει να πάρει την έγκριση τουλάχιστον δώδεκα διαφορετικών δημοσίων υπαλλήλων, και οι υπάλληλοι αυτοί χρειάζεται να συντάξουν και να ανταλλάξουν συνολικά πενήντα δύο έγγραφα προκειμένου να επιτραπεί στο χωρικό να καταβάλλει το ποσό στο κοινοτικό συμβούλιο….199

Στη Γερμανία, την Αυστρία και το Βέλγιο, το κράτος επίσης κατέστρεψε την κοινότητα…τα κράτη πίεζαν τους κατοίκους να γενικεύσουν τη διανομή ή απλώς ευνοούσαν την ατομική ιδιοκτησία γαιών. Η χαριστική βολή στην κοινοτική ιδιοκτησία δόθηκε στα μέσα του 18ο αιώνα. Στην Αυστρία το 1786 επιστρατεύτηκε από την κυβέρνηση ωμή βία για να υποχρεωθούν οι χωρικοί να χωρίσουν τα κτήματά τους…Στην Πρωσία ο Φρειδερίκος  Β΄, με πολλά από τα διατάγματά του συνέστησε στο Justizcollegien να επιβάλει τον καταμερισμό. Στη Σικελία εκδόθηκε ειδικό ψήφισμα για το σκοπό αυτό το 1771. Το ίδιο συνέβη και στο Βέλγιο….Με λίγα λόγια, με το να χαρακτηρίζεται, ως φυσικός ο θάνατος των κοινοτήτων που προέκυψε από την επιβολή νόμων οικονομικού περιεχομένου, είναι εν τέλει τόσο άστοχο και τραγελαφικό όσο το να χαρακτηρίζουμε ως φυσικό θάνατο τη σφαγή των στρατιωτών στο πεδίο της

μάχης. Γεγονός είναι το εξής: Οι κοινότητες είχαν ζήσει πάνω από χίλια χρόνια` και όπου  και όταν οι χωρικοί δεν καταστράφηκαν από πολέμους και βαριά φορολογία, βελτίωσαν σταθερά τις μεθόδους καλλιέργειας. Αλλά καθώς η βιομηχανία αναπτυσσόταν, και κατά συνέπεια αυξανόταν η αξία της γης, οι ευγενείς εκείνοι που με την εδραίωση του κράτους είχαν αποκτήσει τόση ισχύ όση ποτέ δεν είχανε υπό το φεουδαρχικό σύστημα, καρπώθηκαν τα καλύτερα κοινοτικά κτήματα και έκαναν, ό, τι μπορούσαν για να καταστρέψουν τους κοινοτικούς θεσμούς.

Στα Ελβετικά χωριά υπήρχαν πολλά ήθη και έθιμα που τα διακρίνει η αλληλοβοήθεια. Οι βραδινές συγκεντρώσεις όπου πωλούνταν καρύδια, οι οποίες γίνονται σε όλα τα σπίτια με τη σειρά , οι βραδινές γιορτές για να φτιαχτεί η προίκα του κοριτσιού που πρόκειται να παντρευτεί, οι προσφορά βοήθειας για το χτίσιμο σπιτιών, οι συλλογή της σοδιάς και άλλες εργασίες για όποιον κάτοικο έχει ανάγκη από βοήθεια, το έθιμο της ανταλλαγής παιδιών ανάμεσα στα καντόνια για να μάθουν δύο γλώσσες γερμανικά και γαλλικά, είναι πολύ συνηθισμένα.  Ωστόσο η Ελβετία δεν αποτελεί εξαίρεση στον Ευρωπαϊκό χώρο διότι τους ίδιους θεσμούς και έθιμα τα συναντάμε στα χωριά της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Γερμανίας, της Δανίας κ.α. Παντού συναντάμε την εθελοντική παροχή βοήθειας στο διπλανό, να μαζέψει τη σοδιά του, να τρυγήσει τα σταφύλια του ή να χτίσει το σπίτι του.

Στη Γαλλία όταν χρειάζονται πολλά χέρια σε ένα συνεταιριστικό αγρόκτημα  για να τελειώσει μια δουλειά γρήγορα επιστρατεύεται όλη η νεολαία της κοινότητας, έρχονται πολλά αγόρια και κορίτσια που δουλεύουν με ευχαρίστηση και χωρίς αμοιβή, και το βράδυ, έπειτα από ένα εύθυμο γεύμα στήνουν χορό. Στις ίδιες περιοχές μια οικογένεια γνέθει το μαλλί μέσα σε ένα βράδυ, καλούν τους φίλους για να βοηθήσουν να γίνει αυτή η δουλειά. Η πώληση των καλαμποκιών γίνεται επίσης από όλους τους γείτονες. Τους  κερνάνε κάστανα και κρασί, και οι νέοι χορεύουν όταν η δουλειά τελειώσει, το ίδιο γίνεται και με το μάζεμα του καλαμποκιού και με το σπορέλαιο και το λάδι της κάνναβης.

Οι μέρες της σκληρής δουλειάς γίνονται μέρες γιορτής, καθώς η τιμή του κάθε ιδιοκτήτη βασίζεται στο γεύμα που θα παραθέσει. Δε δίνεται καμία αποζημίωση, όλοι το κάνουν ο ένας για τον άλλο.

Τα κοινά βοσκοτόπια αυξάνονται, οι βοσκοί εκλέγονται από όλους τους ιδιοκτήτες των κοπαδιών` δικαίωμα ψήφου έχουν και οι γυναίκες.*

Τα βόδια ανήκουν στην κοινότητα, τα μικρά κοπάδια των σαράντα ή πενήντα προβάτων ενώνονται και το σύνολο διαιρείται σε τρία ή τέσσερα κοπάδια, προτού τα στείλουν στα ορεινά. Κάθε ιδιοκτήτης βόσκει τα κοπάδια αυτά για μία εβδομάδα.

Τα ίδια συμβαίνουν και στη Γερμανία. Όπου οι χωρικοί μπόρεσαν να αντιταχθούν στη λεηλασία των γαιών τους, διατήρησαν το καθεστώς τις κοινοτικής γαιοκτησίας. Τα δάση αυτών των κοινοτήτων διατηρούνται γενικά σε εξαιρετική κατάσταση και σε χιλιάδες κοινότητες διανέμονται κάθε χρόνο ξυλεία και κάρβουνο σε όλους τους κατοίκους. Στη Βεστφαλία υπάρχουν κοινότητες στις οποίες η γη καλλιεργείται ως μια ενιαία ιδιοκτησία, στην Έσση και το Νασάου συνηθίζουν να συγκαλούν «βοήθειες» που είναι πραγματικές εργατικές γιορτές. Για να χτιστεί ένα σπίτι, τα ξύλα προέρχονται από το δάσος της κοινότητας και όλοι οι γείτονες βοηθούν στο χτίσιμο.

Από την άποψη της κοινωνικής οικονομίας, όλες αυτές οι προσπάθειες των χωρικών έχουν ελάχιστη σημασία. Δεν μπορούν να απαλείψουν την αθλιότητα στην οποία είναι καταδικασμένοι οι καλλιεργητές σε όλη την Ευρώπη. Αλλά από ηθικής άποψης την οποία τώρα εξετάζουμε, η σημασία τους δεν μπορεί να υποτιμηθεί. Αποδεικνύουν ότι, ακόμα και υπό το αλόγιστα ατομικιστικό σύστημα που επικρατεί, οι αγροτικοί πληθυσμοί διατηρούν ευλαβικά την παράδοση της αλληλοβοήθειας, και ότι, όταν τα κράτη χαλαρώνουν τις σκληρές νομοθεσίες με τις οποίες έχουν διαρρήξει όλους τους ανθρώπινους δεσμούς, αυτοί αναζωογονούνται αμέσως, παρά τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές δυσκολίες, και στηρίζουν όλες τις ενδεδειγμένες εκείνες πρακτικές που ικανοποιούν με τον καλύτερο τρόπο τις τρέχουσες απαιτήσεις της παραγωγής. Υποδεικνύουν από ποια κατεύθυνση και με ποια μορφή πρέπει να αναμένεται η πρόοδος.

Θα μπορούσα να περιγράψω τη ζωή ενός τουρκικού χωριού και το θαυμαστώ δίκτυο ηθών και εθίμων  που βασίζονται στην αλληλοβοήθεια. Εντοπίζω τα ίδια έθιμα στην τζέμα των Αράβων και στην αφρικανική πούρα, στα χωριά της Περσίας και της Ινδίας, της Ιάβας, στην «αδιαίρετη οικογένεια» των κινέζων, στους καταυλισμούς των ημινομάδων της κεντρικής Ασίας και των νομάδων του μακρινού βορρά. Αφού συμβουλεύτηκα διάσπαρτες σημειώσεις στη βιβλιογραφία σχετικά με την Αφρική, ανακάλυψα ότι περιέχουν πάμπολλα ανάλογα στοιχεία –την επίκληση βοήθειας για τη σοδιά, το χτίσιμο σπιτιών από όλους τους κατοίκους του χωριού, μερικές φορές για να βάλουν τάξη στο χάος που προκαλούν πολιτισμένοι κωλυσιεργοί βουλευτές, την αλληλοβοήθεια σε περίπτωση ατυχήματος, την προστασία του ταξιδιώτη κ.ο.κ.

Κι όταν μελετώ έργα όπως η επιτομή  του Αφρικανικού δικαίου που συνέταξε ο Ποστ, καταλαβαίνω γιατί, παρά τη τυραννία, την καταπίεση, τις λεηλασίες και τις επιδρομές, τους εμφύλιους πολέμους, τους αχόρταγους βασιλείς, τους απατεώνες μάγους και ιερείς, τους δουλεμπόρους και τα άλλα δεινά, αυτοί οι πληθυσμοί δεν έχουν καταφύγει στα δάση`  γιατί έχουν διατηρήσει κάποιον πολιτισμό και έχουν παραμείνει άνθρωποι, αντί να διολισθήσουν στην κατάσταση των αλληλο -σπαρασσόμενων οικογενειών των αφανιζόμενων ουρακοτάγκων. Είναι γεγονός ότι οι δουλέμποροι, οι λαθρέμποροι ελεφαντόδοντου, οι φιλοπόλεμοι βασιλείς, οι «ήρωες» της Μαδαγασκάρης και του Ματαμπέλε έρχονται και παρέρχονται αφήνοντας πίσω τους αίμα και φωτιά` αλλά ο πυρήνας των θεσμών αλληλοβοήθειας, τα ήθη και τα έθιμα, ανεπτυγμένα μέσα στη φυλή και την κοινότητα, παραμένουν` και κρατάνε τους ανθρώπους ενωμένους σε κοινωνίες ανοικτές στην πολιτισμική πρόοδο και έτοιμες να τη δεχτούν, όταν θα έρθει ο καιρός να λάβουν πολιτισμό αντί για σφαίρες.

Το ίδιο ισχύει και για τον πολιτισμένο κόσμο μας. Οι φυσικές και κοινωνικές καταστροφές ξεπερνιούνται. Ολόκληροι πολιτισμοί περιήλθαν κατά περιόδους στο στάδιο της εξαθλίωσης και της πείνας` εκατομμύρια άνθρωποι στερούνται τους Πόρους ζωής και ξεπέφτουν στην ένδεια της πόλης` η κατανόηση και τα αισθήματα εκατομμυρίων ανθρώπων χαλκεύονται από διδασκαλίες που καταστρώνονται προς όφελος των λίγων. Όλα αυτά βέβαια είναι μέρος της ζωής μας. Αλλά ο πυρήνας της ζωής μας σε έθιμα, ήθη και θεσμούς εξακολουθεί να ενώνει εκατομμύρια ανθρώπους` τους κρατά μαζί` και αυτοί προτιμούν να παραμένουν προσκολλημένοι στα έθιμα, τις αντιλήψεις και τις παραδόσεις τους, παρά να δεχθούν να κηρύγματα περί πολέμου του ενός εναντίον όλων που τους παρουσιάζονται ως επιστημονικά, αλλά μόνο επιστημονικά δεν είναι.

Είναι πράγματι γνωστό ότι, όταν τον 16ο αιώνα οι μεσαιωνικές πόλεις υποτάχθηκαν στα ανερχόμενα μιλιταριστικά κράτη, όλοι οι θεσμοί που κρατούσαν ενωμένους τους τεχνίτες, τους μάστορες και τους εμπόρους σε συντεχνίες διαλύθηκαν βίαια. Η αυτοδιοίκηση και η αυτονομία της συντεχνίας και της πόλης καταργήθηκαν, ο όρκος αλληλεγγύης των αδελφών της συντεχνίας θεωρήθηκε κακούργημα κατά του κράτους, οι περιουσίες των συντεχνιών απαλλοτριώθηκαν, όπως και τα κτήματα των κοινοτήτων.  Η εσωτερική και τεχνική οργάνωση κάθε επιτηδεύματος ελεγχόταν από το κράτος. Θεσπίστηκαν ολοένα και αυστηρότεροι νόμοι για να εμποδίσουν τους τεχνίτες να συνεργάζονται με οποιονδήποτε τρόπο.

Υπάρχει επίσης η απεργία, την οποία ο συνδικαλιστής πρέπει να αντιμετωπίζει διαρκώς` και η ζοφερή πραγματικότητα της απεργίας είναι ότι σταματάει η περιορισμένη πίστωση της οικογένειας  του εργάτη στο φούρνο ή το χασάπη, η πενιχρή οικονομική ενίσχυση των απεργών δεν αρκεί ούτε για το φαγητό, και σύντομα στα πρόσωπα των παιδιών ζωγραφίζεται η πείνα. Για κάποιον που διατηρεί στενή επαφή με τους εργάτες, μια απεργία διαρκείας είναι σπαρακτικό θέαμα` ενώ το τι σήμαινε η απεργία πριν σαράντα χρόνια στη Μεγάλη Βρετανία κα τι σημαίνει ακόμα στα φτωχότερα μέρη της Ευρώπης μπορούμε εύκολα να το αντιληφθούμε. Διαρκώς, ακόμα και τώρα, οι απεργίες καταλήγουν στην ολοσχερή καταστροφή και την αναγκαστική μετανάστευση ολόκληρων πληθυσμών ενώ οι πυροβολισμοί κατά των απεργών με την παραμικρή αφορμή, είναι ακόμη πολύ συνηθισμένη στην Ευρώπη.

Έχω δει οικογένειες να ζουν χωρίς να ξέρουν τι θα φάνε την επόμενη μέρα, ο σύζυγος να βάλλεται από παντού εξαιτίας της ενεργούς  συμμετοχής του στη  μαχητική εφημερίδα και η σύζυγος να συντηρεί την οικογένεια ράβοντας, και αυτή η κατάσταση να διαρκεί χρόνια, μέχρι η οικογένεια να αποσυρθεί από τον αγώνα χωρίς παράπονο και μομφές, απλώς λέγοντας: «συνεχίστε εσείς, εμείς δεν αντέχουμε άλλο!»….

Και ενώ μερίδα του Τύπου προτιμά να ερμηνεύει τις απεργίες ως «εκφοβισμό», όποιοι έχουν μαζί με απεργούς, μιλούν με θαυμασμό για την αλληλοβοήθεια και την αλληλο-υποστήριξη που τους ενώνει….

Όλοι οι ανταποκριτές των εφημερίδων κατά τη διάρκεια των μεγάλων απεργιών των ανθρακωρύχων του Γιορκσάιρ το 1894 γνώριζαν πολλά τέτοια γεγονότα, αλλά δεν μπορούσαν όλοι να τα αναφέρουν στις εφημερίδες τους γιατί κρίνονταν «άσχετα και αδιάφορα».

Η κατάργηση της κρατικής παρέμβασης από τη Γαλλική επανάσταση χαιρετίστηκε ως πράξη ελευθερίας, και το παράδειγμα της Γαλλίας ακολούθησαν και άλλες χώρες.

Όταν οι άνθρωποι δεν πολεμούν στο πεδίο της μάχης, δεν αντέχουν να ακούν εκκλήσεις για βοήθεια και να μην ανταποκρίνονται. Ο ήρωας σπεύδει, όμως όλοι αισθάνονται ότι θα έπρεπε να κάνουν ότι έκανε ο ήρωας. Τα σοφίσματα του μυαλού δεν μπορούν να καταλάβουν το ένστικτο της αλληλοβοήθειας, διότι αυτό το ένστικτο έχει εκτραφεί από χιλιάδες χρόνια κοινωνικής συμβίωσης και από εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια πρωτο-ανθρώπινης ομαδικής ζωής….

Ο άνθρωπος διαμορφώνεται τόσο από τα ένστικτα που κληρονομεί, όσο και από την αγωγή του. Στους ανθρακωρύχους και τους θαλασσινούς, η ομαδική εργασία και η καθημερινή επαφή τους δημιουργούν ένα συναίσθημα αλληλεγγύης μεταξύ τους, ενώ οι κίνδυνοι που τους κυκλώνουν συντηρούν το θάρρος και το κουράγιο τους καθημερινά. Αντιθέτως, στις πόλεις η απουσία κοινών ενδιαφερόντων γεννάει την αδιαφορία, ενώ το θάρρος και το κουράγιο, που σπάνια βρίσκουν ευκαιρίες να εκδηλωθούν, εξαφανίζονται ή διοχετεύονται προς διαφορετική κατεύθυνση.

Ο κλήρος επιθυμεί τόσο να αποδείξει ότι από την ανθρώπινη φύση προέρχεται μόνο η αμαρτία, και ότι όλη η καλοσύνη του ανθρώπου έχει υπερφυσική προέλευση, ώστε αγνοεί τα γεγονότα που δεν αποδεικνύουν τη δράση μιας ανώτερης θείας έμπνευσης ή άνωθεν χάρης.

Και οι ανίδεοι συγγραφείς στρέφουν την προσοχή τους σε μια μορφή ηρωισμού, κυρίως των ηρωισμό που προάγει την ιδέα του κράτους.

Γι΄ αυτό θαυμάζουν τον Ρωμαίο ήρωα ή το στρατιώτη στο πεδίο της μάχης, προσπερνώντας τον ηρωισμό του ψαρά χωρίς να δίνουν την παραμικρή σημασία…

Ο δόκτωρ Αιχερινγκ ( Ihering) και ο δόκτωρ Ντάργκουν (Dargun) έχουν απόλυτο δίκιο όταν λένε ότι, αν είναι δυνατό να γίνει μια στατιστική καταγραφή όλων των χρημάτων που αλλάζουν χέρια υπό την μορφή φιλικών δανείων και βοηθημάτων, το συνολικό ποσό θα ήταν τεράστιο ακόμα και σε σύγκριση με το ποσό των συναλλαγών του παγκόσμιου εμπορίου. Κι αν μπορούσαμε να προσθέσουμε σ΄ αυτό, όπως θα οφείλαμε, όσα δαπανούνται για φιλοξενίες, μικρές αλληλοεξυπηρετήσεις, φροντίδες για τη διαχείριση των υποθέσεων των άλλων, καθώς και για δώρα και φιλανθρωπικές δραστηριότητες, οπωσδήποτε θα μέναμε έκπληκτοι από τη σημασία αυτών των συναλλαγών για τη διεθνή οικονομία. Ακόμα και στο χώρο που κυβερνάται από τον εμπορικό εγωισμό, η έκφραση «η εταιρία αυτή μας αντιμετωπίζει με σκληρότητα» δείχνει ότι σαφώς υπάρχει χώρος και για τη φιλική, προσηνή συμπεριφορά, όχι μόνο για τη σκληρή και άτεγκτη, δηλαδή τη νόμιμη. Παράλληλα κάθε έμπορος γνωρίζει πόσες εταιρίες διασώζονται κάθε χρόνο από τη χρεοκοπία με τη φιλική υποστήριξη άλλων εταιριών.

Με άλλα λόγια, ούτε οι συντριπτικές δυνάμεις του συγκεντρωτικού κράτους ούτε τα κηρύγματα του γενικευμένου μίσους και του ανελέητου ανταγωνισμού που ανέλαβαν να διασώσουν διάφοροι καλοθελητές φιλόσοφοι και κοινωνιολόγοι, διανθίζοντάς τα με τα δέοντα επιστημονικά πορίσματα, κατάφεραν να ξεριζώσουν το αίσθημα της ανθρώπινης αλληλεγγύης, το οποίο βρίσκεται στο βάθος της ανθρώπινης κατανόησης και καρδιάς, καθώς έχει εκτραφεί προοδευτικά από την εξέλιξή μας. Τα αποτελέσματα αυτής της εξέλιξης, έτσι όπως διαγράφεται ήδη στα πρώτα της στάδια, δε μπορεί να επισκιασθεί από μία και μόνη μερική έκφανσή της. Και η ανάγκη της αλληλοβοήθειας και της αλληλο-υποστήριξης, οι οποίες τελευταία βρήκαν καταφύγιο στο στενό οικογενειακό κύκλο στις φτωχογειτονιές, στα χωριά ή στις μυστικές εργατικές ενώσεις, επιβεβαιώνεται ξανά και στις σύγχρονες κοινωνίες ως η κινητήρια δύναμη, όπως ανέκαθεν ήταν για κάθε νέα πρόοδο.

 

Pyotr_KropotkinΟ Πρίγκιπας Πέτρος (Πιοτρ) Αλεξέγιεβιτς Κροπότκιν γεννήθηκε στη Μόσχα στις 9 Δεκεμβρίου 1842 και πέθανε στις 8 Φεβρουαρίου 1921. Αριστοκρατικής καταγωγής, γιος του πρίγκιπα Αλεξέι Πέτροβιτς Κροπότκιν. Το 1871 αρνήθηκε τη θέση του γραμματέα της Ρωσικής γεωγραφικής Εταιρίας και εγκατέλειψε τα προνόμιά του, έζησε στην Αγγλία, τη Γαλλία και την Ελβετία όπου εργάστηκε για τη διάδοση των αναρχικών ιδεών του. Επέστρεψε στη Ρωσία τον Ιούνιο του 1917 όπου τον υποδέχτηκαν ο Αλεξάντερ Κερένσκυ και ένα πλήθος 60.000 ατόμων. Ο Κερένσκυ πρότεινε στον Κροπότκιν να αναλάβει το υπουργείο Παιδείας, πρόταση την οποία απέρριψε αμέσως. Ο Κροπότκιν αρχικά ενθουσιάστηκε από την νέα κατάσταση μετά την Ρωσική Επανάσταση, μετέπειτα όμως άσκησε σκληρή κριτική κυρίως μέσω επιστολών που έστελνε στον Λένιν. Αναδείχτηκε σε ποικίλους τομείς, από τη γεωγραφία και τη ζωολογία μέχρι την κοινωνιολογία και την ιστορία, όμως περιφρόνησε την υλική επιτυχία για χάρη των ιδεών της επανάστασης. Η ζωή του αποτέλεσε υπόδειγμα των υψηλών ηθικών στόχων και του συνδυασμού διανόησης και δράσης. Δεν επέδειξε εγωπάθεια, διπροσωπία ή πάθος για την εξουσία, εκδηλώσεις που έβλαψαν την εικόνα τόσων άλλων επαναστατών.

   Το ομώνυμο βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη

Print Friendly

About The Author

Number of Entries : 146

Leave a Comment

COPYRIGHT 2013 © | YGEIASORAMA.GR | ΠΡΟΩΘΗΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΩΝ GOCREATIONS.GR

Scroll to top