ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ
(Σ.τ.ε)
ΧΑΟΣ
Το πρωταρχικό Χάος, προσωποποιημένο σε θεότητα, η αρχή και η πηγή των πάντων στον κόσμο. Οι Έλληνες συνήθως το φαντάζονταν σαν άπειρο χώρο στο διάστημα ή σαν ένα ανακάτεμα στοιχείων άμορφης και ανώριμης ύλης σε απεριόριστο σκότος, και το προσωποποιούσαν σε θεϊκή ύπαρξη. Από το Χάος ξεπρόβαλε αρχικά το αιώνιο σκοτάδι Έρεβος και η σκοτεινή Νυξ. Από το Έρεβος και τη Νύχτα γεννήθηκε έπειτα το αιώνιο Φως ο Αιθήρ και η λαμπρή Ημέρα. Έπειτα γεννήθηκε η Γαία, ο σκοτεινός γκρεμός του άλλου κόσμου, Τάρταρος και, η αγάπη που δίνει σε όλα ζωή, ο Έρως. Η Γαία γέννησε τον Ουρανό και τη Θάλασσα, Πόντο. Έπειτα με τον Ουρανό απέκτησε δώδεκα γιους και θυγατέρες, τους γιγαντόσωμους Τιτάνες και τρεις, το ίδιο μεγαλόσωμους και μονόφθαλμους, Κύκλωπες. Ο Ουρανός, μετά το πρωταρχικό Χάος, έγινε ο κυρίαρχος του κόσμου. Στη συνέχεια υποχρεώθηκε να δώσει την εξουσία στο γιο του Κρόνο, ο οποίος είχε εξεγερθεί εναντίον του, και το ίδιο έγινε και αργότερα με το πέρασμα της εξουσίας από τον Κρόνο στο γιο του Δία. Με το Χάος λοιπόν αρχίζει η ελληνική μυθολογική εξήγηση της γένεσης του κόσμου και της ζωής. Για πρώτη φορά μας παρουσιάζει έτσι το θέμα στο ποίημά του «Θεογονία» ο Ησίοδος από τη Βοιωτία (έζησε μεταξύ 8ου και 7ου αιώνα π.Χ.). Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι πρωτύτερα είχε δημιουργήσει αυτό το μύθο η ελληνική λαϊκή φαντασία. Έπειτα ολοκλήρωσαν αυτή την ερμηνεία οι φιλόσοφοι, που ποικιλότροπα την τροποποίησαν και πολλές φορές την αντικατέστησαν με άλλη. Θα άξιζε τον κόπο να την αναλύσει κανείς, πάντως πρέπει να σημειωθεί πως το Χάος, σαν χάος στοιχείων της άμορφης ύλης, είναι οπωσδήποτε μια αξιοπρόσεκτη διέξοδος για την υλιστική ερμηνεία της γένεσης του κόσμου και της ζωής, από την οποία ασφαλώς απέχει πολύ περισσότερο το βιβλικό «εν αρχή ην ο λόγος» απ’ όσο η θέση του Ησίοδου «Ήτοι μεν πρώτιστα Χάος γένετ’…»
ΕΡΕΒΟΣ
Γιος του πρωταρχικού Xάους, θεός του αιώνιου σκοταδιού. Με τη σκοτεινή νύχτα, που κι αυτή ήταν θυγατέρα του Χάους, γέννησε ο Έρεβος το αιώνιο φως, τον Αιθέρα και τη Φωτεινή Ημέρα. Έρεβος επίσης ονομάζεται και το πιο σκοτεινό μέρος του Κάτω Κόσμου, όπου έχει το παλάτι του ο βασιλιάς του, ο Άδης.
ΝΥΞ
Κόρη του αρχικού Χάους, θεότητα που προσωποποιεί τη νύχτα. Στους μύθους πέρασε προπαντός χάρη στους απογόνους της. Με το θεό του αιώνιου σκοταδιού Έρεβο, γέννησε το αιώνιο Φως, τον αιθέρα και τη λαμπρή Ημέρα. Αργότερα όμως έφερε στον κόσμο των θεών και των ανθρώπων πολύ δυσάρεστες υπάρξεις. Κι αυτό γιατί οργίστηκε με τον Τιτάνα Κρόνο, που ακρωτηρίασε τον πατέρα του Ουρανό και του πήρε την εξουσία. Τότε ενώθηκε με το θεό της απύθμενης αβύσσου του Κάτω Κόσμου Τάρταρο, και γέννησε μαζί του το Θάνατο και τον Ύπνο, απ΄ τους οποίους ο πρώτος έγινε θεός του θανάτου και ο δεύτερος θεός του ύπνου. Με το Έρεβος απέκτησε έπειτα γιο, το Χάρωνα, που διαπόρθμευε τους νεκρούς στα ποτάμια του Κάτω Κόσμου, και θυγατέρα τη Νέμεση, θεά της εκδίκησης. Τέλος, εντελώς μόνη της γέννησε την Απάτη και τη ματωβαμμένη θεά του βίαιου θανάτου Κήρα. Σύμφωνα με ορισμένες γενεαλογίες, θυγατέρες της ήταν και οι Ερινύες και οι Εσπερίδες, που φρουρούσαν το δέντρο της Ήρας με τα χρυσά μήλα. Είναι εξάλλου γνωστό πως κι αυτή πήρε μέρος στον αγώνα των θεών του Ολύμπου κατά των Γιγάντων όταν αυτοί εξεγέρθηκαν. Ναούς και αγάλματα της θεάς νύχτας δεν έχτιζαν οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι. Όταν την απεικόνιζαν της έδιναν μορφή γυναίκας με σκούρο φόρεμα και κατά κανόνα με σκεπασμένο το πρόσωπό της. Έτσι τη συναντούμε σε αρκετές αγγειογραφίες, ανάγλυφα σε επιτύμβιες πλάκες και σε πολλές γιγαντομαχίες. Η πιο γνωστή απ’ αυτές είναι της ζωφόρου του Μεγάλου Βωμού του Δία στην Πέργαμο (180-160 π.Χ.) που σήμερα βρίσκεται στο κρατικό μουσείο του Βερολίνου. Σαν αλληγορικό πρόσωπο, ξαναεμφανίζεται που και που σε έργα καλλιτεχνών της Αναγέννησης και του Μπαρόκ.
Στο επόμενο: Γαία, ο σκοτεινός γκρεμός του άλλου κόσμου, Τάρταρος.
